Μια νέα επιστημονική μελέτη από το Northwestern University και το Feinberg School of Medicine των ΗΠΑ φέρνει στο προσκήνιο μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή προοπτική: τη δυνατότητα θεραπείας μιας σπάνιας και βαριάς μορφής παιδικής επιληψίας ακόμη και πριν από τη γέννηση.
Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications δείχνει ότι μια RNA βασισμένη θεραπεία θα μπορούσε να δράσει σε πολύ πρώιμα στάδια της ανάπτυξης του εγκεφάλου, ακόμα και από περίπου τις 15 εβδομάδες κύησης.
Οι επιστήμονες με επικεφαλής τον Richard Smith εξετάζουν το πώς μπορεί να παρέμβει κανείς αρκετά νωρίς στην εξέλιξη της νόσου, πριν εμφανιστούν καν τα πρώτα συμπτώματα. Όπως τονίζει ο ίδιος, ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος διαθέτει μεγάλη πλαστικότητα, γεγονός που δημιουργεί ένα κρίσιμο θεραπευτικό «παράθυρο» όπου η παρέμβαση μπορεί να αποτρέψει μόνιμες βλάβες αντί απλώς να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα εκ των υστέρων.
Η έρευνα επικεντρώνεται σε μια σπάνια γενετική μορφή επιληψίας που συνδέεται με μεταλλαγές στο γονίδιο KCNT1. Η συγκεκριμένη πάθηση προκαλεί την λεγόμενη επιληψία της βρεφικής ηλικίας με μεταναστευτικές εστιακές κρίσεις (Epilepsy of Ιnfancy with Migrating Focal Seizures -EIMFS), μια εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση που μπορεί να προκαλεί δεκάδες ή και εκατοντάδες κρίσεις την ημέρα και συχνά δεν ανταποκρίνεται στις υπάρχουσες θεραπείες, με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου. Υπολογίζεται ότι επηρεάζει περίπου 3.000 ανθρώπους παγκοσμίως.
Στο εργαστήριο, οι ερευνητές δημιούργησαν εγκεφαλικά κύτταρα από ασθενείς με τη συγκεκριμένη μεταλλαγή και διαπίστωσαν ότι παρουσιάζουν υπερβολική ηλεκτρική δραστηριότητα, γεγονός που εξηγεί την ένταση των επιληπτικών κρίσεων. Στη συνέχεια δοκίμασαν μια πειραματική θεραπεία με αντινοηματικά ολιγονουκλεοτίδια (antisense oligonucleotide, ASO), μια RNA προσέγγιση που στοχεύει στη μείωση της δραστηριότητας του γονιδίου KCNT1. Η θεραπεία αυτή έχει ήδη δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε ασθενείς και στη νέα μελέτη κατάφερε να μειώσει την παθολογική υπερδιέγερση των νευρώνων που προέρχονταν από τα κύτταρα των ασθενών.
Ακόμη πιο σημαντικό εύρημα ήταν ότι η ίδια θεραπεία δοκιμάστηκε και σε αναπτυσσόμενα ανθρώπινα εγκεφαλικά κύτταρα στο εργαστήριο, αντίστοιχα με στάδια κύησης μεταξύ 15 και 21 εβδομάδων. Εκεί επίσης παρατηρήθηκε μείωση της υπερβολικής νευρικής δραστηριότητας, κάτι που ενισχύει την πιθανότητα μελλοντικής προγεννητικής ή πολύ πρώιμης μεταγεννητικής θεραπευτικής παρέμβασης.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η έγκαιρη θεραπεία προϋποθέτει και έγκαιρη διάγνωση, κάτι που παραμένει μεγάλη πρόκληση στην ιατρική. Παρότι οι γενετικές μεταλλαγές υπάρχουν από τη σύλληψη, δεν είναι πάντα ανιχνεύσιμες νωρίς ή δεν προκαλούν άμεσα συμπτώματα. Ορισμένες παθήσεις εμφανίζονται ήδη κατά την εγκυμοσύνη, άλλες αμέσως μετά τη γέννηση, ενώ άλλες εκδηλώνονται χρόνια αργότερα, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον καθορισμό του κατάλληλου χρόνου παρέμβασης.
Ο Richard Smith εξηγεί ότι ένα βασικό ερευνητικό ζητούμενο είναι να γίνει κατανοητό πόσο νωρίς μπορεί να εντοπιστεί και να στοχευθεί μια νευρολογική διαταραχή, καθώς η πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη. Ωστόσο, όταν η διάγνωση δεν γίνεται προγεννητικά, η σύγχρονη τεχνολογία στη γενετική επιτρέπει πλέον ταχύτατη ανίχνευση μετά τη γέννηση, δίνοντας τη δυνατότητα άμεσης έναρξης θεραπείας.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης έναν σημαντικό μηχανισμό «φυσικής ψύξης» που σχετίζεται με τον τρόπο που οι νευρώνες «ηρεμούν» μετά από κάθε ηλεκτρική δραστηριότητα, γνωστό ως μετα-υπερπόλωση (afterhyperpolarization). Η ρύθμιση αυτού του μηχανισμού φαίνεται να επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία των εγκεφαλικών κυττάρων και αποτελεί πιθανό μελλοντικό θεραπευτικό στόχο για μια σειρά νευρολογικών παθήσεων που σχετίζονται με υπερδιέγερση του ευαίσθητου αυτού οργάνου.




























