Η παρατεταμένη έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση φαίνεται πως δεν απειλεί μόνο την καρδιά και τους πνεύμονες, αλλά ενδέχεται να αυξάνει και τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως είναι η πλάγια αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, γνωστή ως ALS.
Αυτό δείχνει νέα επιστημονική μελέτη από το Ινστιτούτο Karolinska στη Σουηδία, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό JAMA Neurology.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν μια σαφή συσχέτιση ανάμεσα στη μακροχρόνια έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους και στον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου του κινητικού νευρώνα, ακόμη και σε χώρες όπως η Σουηδία, όπου τα επίπεδα ρύπανσης θεωρούνται σχετικά χαμηλά. Το εύρημα αυτό, όπως τονίζουν, αναδεικνύει πόσο κρίσιμη είναι η ανάγκη για περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας του αέρα.
Η νόσος του κινητικού νευρώνα (Motor Neurone Disease) αφορά βαριές νευρολογικές διαταραχές των νευρικών κυττάρων που ελέγχουν την εκούσια κίνηση. Καθώς τα κύτταρα αυτά εκφυλίζονται, οι μύες ατροφούν και τελικά επέρχεται παράλυση.
Η ALS αποτελεί τη συχνότερη μορφή, καλύπτοντας περίπου το 85–90% των περιπτώσεων. Αν και τα ακριβή αίτια παραμένουν άγνωστα, εδώ και χρόνια υπάρχει η υποψία ότι περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο.
Στη συγκεκριμένη μελέτη συμμετείχαν 1.463 άτομα με πρόσφατη διάγνωση νόσου του κινητικού νευρώνα, τα οποία συγκρίθηκαν με 1.768 αδέλφια τους, καθώς και με περισσότερα από 7.000 άτομα από τον γενικό πληθυσμό με παρόμοια χαρακτηριστικά. Οι επιστήμονες ανέλυσαν την έκθεση των συμμετεχόντων σε αιωρούμενα σωματίδια (PM2,5 , PM 2,5-10 και PM 10 ) και σε διοξείδιο του αζώτου, με βάση τις διευθύνσεις κατοικίας τους έως και δέκα χρόνια πριν από τη διάγνωση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καταγεγραμμένα επίπεδα ρύπανσης βρίσκονταν μόλις λίγο πάνω από τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και ήταν σαφώς χαμηλότερα από εκείνα χωρών με έντονη ατμοσφαιρική επιβάρυνση.
Παρόλα αυτά, η μακροχρόνια έκθεση σε αυτούς τους ρύπους συνδέθηκε με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης νόσου του κινητικού νευρώνα κατά 20 έως 30%. Επιπλέον, οι ασθενείς που ζούσαν σε περιοχές με υψηλότερα επίπεδα ρύπανσης παρουσίαζαν ταχύτερη επιδείνωση της κινητικής και αναπνευστικής τους λειτουργίας μετά τη διάγνωση. Είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο θανάτου και μεγαλύτερη πιθανότητα να χρειαστούν υποστήριξη με μηχανική οξυγόνωση.
Τα ίδια μοτίβα παρατηρήθηκαν και όταν η ανάλυση περιορίστηκε αποκλειστικά σε ασθενείς με ALS, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία των ευρημάτων. Αν και η μελέτη δεν μπορεί να αποδείξει άμεση αιτιώδη σχέση, προηγούμενες έρευνες υποδεικνύουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να προκαλεί φλεγμονή και οξειδωτικό στρες στο νευρικό σύστημα, μηχανισμοί που ενδέχεται να επιταχύνουν τη νευροεκφύλιση.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα βασίζονται σε δεδομένα από παρατήρηση και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών.
Ωστόσο, το μήνυμα είναι σαφές: ακόμη και σχετικά χαμηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες για τη νευρολογική υγεία, ενισχύοντας την ανάγκη για πολιτικές και πρακτικές που προστατεύουν την ποιότητα του αέρα και, κατ’ επέκταση, τη δημόσια υγεία.





























