Κοινό πόρισμα με το οποίο ζητούν τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών του Μάκη Βορίδη και του Λευτέρη Αυγενάκη για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, κατέθεσαν ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά στο προεδρείο της εξεταστικής επιτροπής για την υπόθεση.
Συγκεκριμένα, ζητείται η διεύρυνση των δύο πρώην υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης για τα εξής αδικήματα:
(i) συνέργειας σε κατάχρηση κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
(ii) ηθικής αυτουργίας στην τέλεση κατάχρησης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία υπάγονται στο εθνικό δίκαιο τυποποιούνται και τιμωρούνται ως:
(α) Συνέργεια σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 47 ΠΚ).
(β) Ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε., τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 46 παρ. 1 ΠΚ), καθώς και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα προκύψει, κατά την διενεργηθησόμενη Προκαταρκτική Εξέταση.
Στο πόρισμα γίνεται τελικά και αναφορά στην περίοδο του Γιώργου Γεωργαντά, για την οποία υπήρξαν συζητήσεις μεταξύ των βουλευτών των δύο κοινοβουλευτικών ομάδων.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται επί λέξη, «χρήζει ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι ο κ. Γεωργαντάς, τροποποίησε την ΚΥΑ 873/55993/15 (ΦΕΚ Β΄ 942) της «Τεχνικής Λύσης», εκδίδοντας την υπ. αρ. 1485/391112 (ΦΕΚ Β΄ 6647/22-12-2022) ΚΥΑ, θεσπίζοντας έτσι τη μη εφαρμογή της εξαίρεσης της έκτασης των ιδιωτικών βοσκοτόπων, από την ανάγκη κατανομής δημόσιων βοσκοτόπων για την ενεργοποίηση των βοσκοτοπικών δικαιωμάτων, γεγονός που εκφράστηκε, επιπρόσθετα, στην περίπτωση της Κρήτης».
Όπως σημειώνεται, «το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί μια απλή διοικητική αστοχία. Είναι μια βαθιά πολιτική υπόθεση, με σαφές αποτύπωμα εξουσίας και ευθύνη, που εκτείνεται πέρα από τα επιμέρους πρόσωπα και αφορά στο σύνολο της κυβερνητικής περιόδου της Νέας Δημοκρατίας. Αποκαλύπτεται ένα σύστημα τεχνητής δημιουργίας «επιλεξιμότητας», παράκαμψης ελέγχων και διανομής κοινοτικών ενισχύσεων σε εικονικούς ή μη δικαιούχους αποδέκτες, με πιθανή ζημία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πραγματικών αγροτών».
Παράλληλα προστίθεται ότι «οι μαρτυρίες, οι νόμιμες συνακροάσεις και το διαβιβαστικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν περιγράφουν μια μεμονωμένη απόκλιση. Περιγράφουν μια συστηματική πρακτική με διοικητική συνέχεια και πολιτική ανοχή. Δημόσια γη εμφανίζεται να αξιοποιείται ως μηχανισμός κατανομής ενισχύσεων, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδυναμώνονται και οι προειδοποιήσεις δεν οδηγούν σε θεσμική θωράκιση».
«Οι πολιτικές ευθύνες των αρμόδιων υπουργών είναι σαφείς. Ο Μάκης Βορίδης, κατά τη θητεία του, δεν διασφάλισε ουσιαστική εποπτεία, δεν επέβαλε αποτελεσματικούς ελέγχους και – σύμφωνα με τα στοιχεία – δεν ανέκοψε ένα σύστημα που δημιουργούσε τεχνητές προϋποθέσεις λήψης ενισχύσεων. Ο Λευτέρης Αυγενάκης, αντί να προχωρήσει σε εξυγίανση, φέρεται να διατήρησε ένα πλαίσιο διοικητικής αστάθειας, με πιέσεις για αποδεσμεύσεις μπλοκαρισμένων ΑΦΜ και πληρωμές, ενώ εκκρεμούσαν έλεγχοι», τονίζουν τα δύο κόμματα.
Ωστόσο όπως επισημαίνουν, «σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αυτοχαρακτηρίζεται "Επιτελικό Κράτος", η ευθύνη δεν σταματά στους υπουργούς. Η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και ο κεντρικός έλεγχος από το πρωθυπουργικό γραφείο σημαίνουν και συγκεντρωμένη πολιτική ευθύνη. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στο αφήγημα της απόλυτης κεντρικής εποπτείας και του στενού συντονισμού.
Επομένως, τα ερωτήματα είναι αμείλικτα:
Ή γνώριζε για τις σοβαρές αδυναμίες, τις καταγγελίες και τον κίνδυνο δημοσιονομικών διορθώσεων και δεν παρενέβη — άρα φέρει πολιτική ευθύνη ανοχής.
Ή δεν γνώριζε — άρα καταρρέει το ίδιο το αφήγημα του επιτελικού, αποτελεσματικού κράτους.
Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται. Όταν η εξουσία συγκεντρώνεται, συγκεντρώνεται και η λογοδοσία.
Για τον λόγο αυτό, η σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (Προανακριτικής Επιτροπής), σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος και το ισχύον πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών, αποτελεί θεσμική αναγκαιότητα. Όχι για πολιτική εκμετάλλευση, αλλά για πλήρη και σε βάθος διερεύνηση των ενδείξεων».
Υπογραμμίζεται δε, πως «ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και η Νέα Αριστερά στάθηκαν με συνέπεια και τεκμηρίωση σε όλη τη διάρκεια των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής. Ανέδειξαν τα στοιχεία της δικογραφίας, επέμειναν στις συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες και κατέδειξαν ότι το ζήτημα δεν είναι μια «τεχνική δυσλειτουργία», αλλά ένα γαλάζιο σκάνδαλο με θεσμικό βάρος.
»Και αυτή η στάση δεν ολοκληρώνεται με ένα πόρισμα. Θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε όλες του τις διαστάσεις — πολιτικές, θεσμικές και ενδεχόμενα ποινικές.
»Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην προστασία του δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα των πραγματικών αγροτών και την αξιοπιστία της χώρας.
»Γιατί η Δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με σκιές.
»Και η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις - όχι σιωπή».




























