Με άρθρο της η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου στην Κυριακάτικη «Καθημερινή» αναφέρεται στην υπόθεση ΟΠΕΚΑ, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, πως: «Η τήρηση της νομιμότητας, δεν είναι ένα τυπικό καθήκον ούτε για τους πολίτες, πόσο μάλλον για τους δημόσιους λειτουργούς. Ειδικά στο πεδίο της Δημόσιας Διοίκησης, αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου. Διαμορφώνει και καλλιεργεί την σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με το κράτος. Ενισχύει το σεβασμό στους θεσμούς και βαθαίνει τις ρίζες της Δημοκρατίας».
Διαβάστε αναλυτικά:
Εμβόλιμοι φάκελοι, με ή χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου αλλά εκτός σειράς, χειρόγραφες αιτήσεις μη καταχωρημένες στο πληροφοριακό σύστημα και μια πρώην διευθύντρια του ΟΠΕΚΑ που εξακολουθούσε να επισκέπτεται τον Οργανισμό.
Τα παραπάνω στοιχεία ήταν αρκετά. Αρκετά για να κινητοποιήσουν άμεσα την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και τη διοίκηση του ΟΠΕΚΑ ώστε να διατάξει εκτεταμένο εσωτερικό έλεγχο για την περίοδο 2020–2022. Ακόμη και η παραμικρή υπόνοια οφείλει να ενεργοποιεί άμεσα τους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς – ειδικά όταν πρόκειται για τον οργανισμό που καταβάλλει τα κοινωνικά επιδόματα σε εκατομμύρια νοικοκυριά σε ολόκληρη τη χώρα.
Στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας έχουμε μάθει, από το 2019, να λειτουργούμε με γρήγορα και θεσμικά αντανακλαστικά στη διαχείριση κρίσεων. Από υποθέσεις κακοποίησης παιδιών που ζουν σε ιδρύματα έως περιπτώσεις κακοδιαχείρισης δημόσιου χρήματος.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΑ η πολιτική ηγεσία του Φορέα απευθύνθηκε άμεσα στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Το πόρισμά της ήταν αποκαλυπτικό. 1,86 εκατομμύρια ευρώ καταβλήθηκαν σε μη δικαιούχους.
Το σχετικό πόρισμα έχει ήδη διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Εφετών, ενώ παράλληλα κινούνται οι διαδικασίες για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Ταυτόχρονα, έχει ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία, προκειμένου να αποδοθούν ευθύνες τόσο σε όσους εμπλέκονται άμεσα, όσο και σε όσους, με πράξεις ή παραλείψεις τους, συνέβαλαν στη συγκεκριμένη εξέλιξη.
Στις καταχρηστικές συμπεριφορές μπορεί να υπάρχει πολιτική ή, ακόμα και κομματική διάσταση. Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι μια από αυτές. Όμως, επιλέγω συνειδητά να μην σταθώ εκεί. Στέκομαι στο πώς οφείλει να λειτουργεί η Πολιτεία για να προλαμβάνει και πώς να λειτουργεί όταν δημόσιο χρήμα καταλήγει σε λάθος χέρια.
Υπάρχει ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ πολιτικής ηγεσίας, δημόσιων λειτουργών και πολιτών που βασίζεται σε ένα πλαίσιο ειλικρίνειας, διαφάνειας και αμοιβαίου σεβασμού. Αυτό το συμβόλαιο τις περισσότερες φορές λειτουργεί. Λειτούργησε στις περιπτώσεις του προγράμματος Μετεγκατάστασης στον Έβρο, όπου απορρίφθηκαν οι 598 από τις 600 αιτήσεις, όπως και στο πρόγραμμα «Ανακαινίζω Νοικιάζω» όπου απορρίφθηκαν 3.000 αιτήσεις λόγω σωρείας παραβάσεων που είχαν υποβληθεί στο ν. Ηλείας.
Στην υπόθεση των επιδομάτων ανασφάλιστων υπερηλίκων του ΟΠΕΚΑ, το κοινωνικό συμβόλαιο λειτούργησε, δυστυχώς, μονομερώς. Τα πρώτα στοιχεία δεν προήλθαν από κάποιον εξωτερικό καταγγέλλοντα• εντοπίστηκαν από την ίδια την Πολιτεία, μέσα από τα δικά της θεσμικά αντανακλαστικά. Για παράδειγμα, ήταν πολιτική απόφαση να απευθυνθούμε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας και να μην περιοριστούμε στη διενέργεια μίας ακόμη Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης. Δεν θέλαμε η έρευνα να καταστεί «εσωτερική υπόθεση» του ΟΠΕΚΑ. Επιδιώξαμε την πλήρη διαφάνεια που μπορεί να διασφαλίσει μια ανεξάρτητη αρχή.
Η τήρηση της νομιμότητας, δεν είναι ένα τυπικό καθήκον ούτε για τους πολίτες, πόσο μάλλον για τους δημόσιους λειτουργούς. Ειδικά στο πεδίο της Δημόσιας Διοίκησης, αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου. Διαμορφώνει και καλλιεργεί την σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με το κράτος. Ενισχύει το σεβασμό στους θεσμούς και βαθαίνει τις ρίζες της Δημοκρατίας.
Αυτή είναι η ουσία της θεσμικής ευθύνης. Να ζητάς πλήρη και ανεξάρτητο έλεγχο, να ενεργοποιείς τους κατάλληλους ελεγκτικούς μηχανισμούς, να διαβιβάζεις τα ευρήματα στη Δικαιοσύνη χωρίς καθυστέρηση. Να έχεις, δηλαδή, το θάρρος να ελέγχεις τον εαυτό σου.
Η τήρηση της νομιμότητας δεν είναι σύνθημα, αλλά καθημερινή πράξη. Πράξη που ως πολιτική ηγεσία οφείλω να υπερασπίζομαι απαρέγκλιτα και απροϋπόθετα.





























