Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι η πολιτική είναι η τέχνη των προσχημάτων. Ο ορισμός είναι παιγνιώδης και αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό τα ήθη της παραδοσιακής πολιτικής. Μιας πολιτικής που αναζητεί ηθικά προσχήματα για να καλύψει τις αμοραλιστικές πρακτικές της.
Φαίνεται όμως ότι η τρέχουσα πραγματικότητα καθιστά τους παραδοσιακούς ορισμούς ανεπίκαιρους. Γιατί ο σημερινός κόσμος, από την Ουάσιγκτον ως τη Γάζα, χαρακτηρίζεται από την κατάργηση των προσχημάτων. Παντού η Εξουσία δείχνει να μην έχει ανάγκη πια το όποιο ηθικό φύλο συκής για να καλύψει τις πράξεις της.
Αυτήν τη γενική παρατήρηση σχετικά με τα προσχήματα, τη κυβέρνηση Μητσοτάκη την επιβεβαιώνει σχεδόν σε κάθε βήμα της. Η πρόταση για τη διενέργεια Εξεταστικής Επιτροπής για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής που δεν κρατά ούτε τα προσχήματα. Πρόκειται περί απροκάλυπτου εμπαιγμού που αποσκοπεί στη σύγχυση κι εντέλει στη συγκάλυψη του σκανδάλου.
Από το… 1998
Μετά από διεργασίες εβδομάδων, η κυβέρνηση κατέληξε στις αποφάσεις της για τη διαχείριση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ τις οποίες ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στο σημερινό μπρίφινγκ. Ο Παύλος Μαρινάκης ανέφερε ότι «με απόφαση του πρωθυπουργού και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκου Μητσοτάκη, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ, έχοντας μελετήσει διεξοδικά τα δεδομένα και τα στοιχεία της δικογραφίας για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, θα προτείνει την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία θα διερευνήσει όλες τις πτυχές του ζητήματος».
Το κύριο όμως που είπε ο Μαρινάκης ήταν ότι «η πρότασή μας αφορά την περίοδο από την ίδρυση του ΟΠΕΚΕΠΕ το 1998 μέχρι σήμερα». Δηλαδή η Εξεταστική θα μελετήσει ό,τι έχει συμβεί με τις αγροτικές επιδοτήσεις τα… τελευταία 17 χρόνια!
Τα δύο ερωτήματα
Η απόφαση της κυβέρνησης να διενεργηθεί Εξεταστική για από την… εποχή Σημίτη έως σήμερα γεννάει αυτομάτως δυο ερωτήματα.
Το πρώτο είναι γιατί να γίνει Εξεταστική από το 1998, ενώ η δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας αναφέρεται σε συγκεκριμένες κακουργηματικές πράξεις που έγιναν επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Προσπαθώντας να απαντήσει σε αυτήν την εύλογη ερώτηση, ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι οι fake επιδοτήσεις αποτελούν μια «διαχρονική πληγή για την οποία η χώρα μας, το ελληνικό Δημόσιο, έχει πληρώσει σε βάθος περίπου 30 ετών, 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Το να το αντιμετωπίζεις ως ένα πρόβλημα μίας επιμέρους περιόδου, αυτό είναι μια υποτίμηση της διάστασης του». Αν όμως είναι διαχρονικό το πρόβλημα γιατί η κυβέρνηση περίμενε τη δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας για να ασχοληθεί μαζί του. Επιπλέον, η επισήμανση της διαχρονικότητας της διαφθοράς δεν απαντάει κάτι συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση διαφθοράς. Είναι δυνατόν όταν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία για την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης που ζημίωσε το Δημόσιο με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, και η Βουλή να συζητάει τι έγινε επί Σημίτη;
Α λα καρτ
Το δεύτερο εύλογο ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση ακολουθεί διαφορετική γραμμή από ό,τι στις υποθέσεις Τριαντόπουλου και Καραμανλή. Απαντώντας, ο Μαρινάκης είπε ότι «είναι η πρώτη κυβέρνηση που θυμάμαι που αυτή τη στιγμή, δύο πρώην υπουργοί της βρίσκονται στη διαδικασία, ο ένας προανακριτικής επιτροπής και ο άλλος έχει περάσει και στο επόμενο στάδιο, του δικαστικού συμβουλίου, χωρίς να σημαίνει ότι πιστεύουμε ότι είναι ένοχοι ποινικά, γιατί έχουμε διαχωρίσει την πολιτική, με την ποινική διάσταση όλων των υποθέσεων. Άρα απευθύνεστε μάλλον σε λάθος κυβέρνηση, αν κάποιος μιλάει για φόβο. Όχι, αλλά σταθμίστηκαν όλα τα δεδομένα και δεν μπορούμε να ποινικοποιήσουμε μια υπόθεση μόνο και μόνο επειδή το θέλει η αντιπολίτευση.
Καταρχάς, αποτελεί από μόνο μείζον ζήτημα ότι κάθε μήνα έχουμε παραπομπές υπουργών της κυβέρνησης για σκάνδαλα. Από εκεί και πέρα, η απάντηση Μαρινάκη όχι μόνο δεν απαντάει επί της ουσίας, αλλά γεννάει δύο ακόμα ερωτήματα. Γιατί αφού η κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι κανένα στέλεχός της ποινικά είναι ένοχο, άλλους τους παραπέμπει και άλλους όχι; Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ήρθε στο φως από την έρευνα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας και όχι από τη αντιπολίτευση. Επομένως, γιατί η κυβέρνηση δεν τοποθετείται καθαρά βάσει της δικογραφίας για αν στοιχειοθετούνται παραπομπές των Βορίδη και Αυγενάκη;
Με δυο λόγια, η κυβέρνηση δεν έχει πειστική απάντηση γιατί υιοθετεί α λα καρτ προσεγγίσεις στις Προανακριτικές. Για την ακρίβεια, δεν έχει απάντηση που μπορεί να λεχθεί δημόσια.
Οι τρεις σκοπιμότητες
Η κυβέρνηση με την απόφασή της για την Εξεταστική από την… εποχή Σημίτη, επιχειρεί να εξυπηρετήσεις τρεις σκοπιμότητες.
1. Να αποφύγει την έκρηξη της «βόμβας Βορίδη». Ο Βορίδης έχει ξεκαθαρίσει ότι αν αισθανθεί ότι εκτίθεται από το Μαξίμου, θα αποχωρήσει από τη ΝΔ. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Άκρα Δεξιά μπορεί να βρει το πρόσωπο με το οποίο θα κάνει το μεγάλο άλμα. Το Μαξίμου δεν μπορεί λοιπόν να στείλει τον Βορίδη στην Προανακριτική. Δεν μπορεί όμως ούτε να τον αθωώσει σε πρώτο χρόνο για να μην προκαλέσει την κοινωνία. Επιλέγει, λοιπόν τη (δήθεν) «μέση οδό» της Εξεταστικής, για να περάσει ο χρόνος και να «χωνευτεί» πιο εύκολα η απαλλαγή Βορίδη. Η μεθόδευση βέβαια είναι απροκάλυπτη.
2. Η δεύτερη σκοπιμότητα της Εξεταστικής είναι να προκληθεί σύγχυση και να γίνει στην κοινωνική συνείδηση ένας συμψηφισμός που θα αθωώσει τους κυβερνητικούς. Ως γνωστό, αν φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς. Επίσης, αν η επικαιρότητα κατακλύζεται με πληροφορίες για (υπαρκτές και ανύπαρκτες) περιπτώσεις διαφθοράς του παρελθόντος, το τρέχον σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ θα χαθεί στο επικοινωνιακό νέφος που θα έχει εντέχνως δημιουργηθεί.
3. Τέλος, η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει στην κοινωνία το μιθριδατισμό σε ό,τι αφορά τη διαφορά. Η εμπέδωση της λογικής «όλοι τα πιάνουνε από παλιά» σε συνδυασμό με την ατιμωρησία της ελίτ, οδηγεί εντέλει στον ηθικό σχετικισμό, την κανονικοποίηση του αμοραλισμού και την απομάκρυνση από την πολιτική. Ο κυνισμός της παραίτησης αποτελεί βασικό στήριγμα του κυβερνητικού αφηγήματος. Σε βάθος χρόνου, ευνοεί βέβαια τις δυνάμεις της αντιπολιτικής. Αλλά η κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο για το δικό της «εδώ και τώρα»




























