Η επίσκεψη στη Μακρόνησο που οργάνωσαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) στις 11 Οκτωβρίου έχει ήδη παρουσιαστεί με άκρως ενδιαφέροντα κείμενα και φωτογραφικές αποτυπώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ηλεκτρονικά έντυπα από όσες και όσους συναντηθήκαμε σε αυτό το κοσμικό και πολιτικό «προσκύνημα» – και υποθέτω ότι θα δημοσιευτούν ακόμη περισσότερα.
Το ταξίδι ξεκίνησε από το κέντρο της Αθήνας με απρόσμενες συναντήσεις φίλων και συναδέλφων. Το Λαύριο, η θαλάσσια διαδρομή ως τη Μακρόνησο, η έκπληξη για το μέγεθος του πλήθους, το Μακρονήσι από μακριά, από κοντά, οι υλικότητες και τα μνημειακά σπαράγματα μας επέβαλαν ενσώματες, διανοητικές και ψυχικές στάσεις, ενίοτε και παύσεις ανάσας και ομιλίας. Και μετά πάλι συζητήσεις, παρατηρήσεις για την ηλικιακή σύνθεση (έβλεπες ανθρώπους περίπου όλων των ηλικιών) και σκέψεις για τους τρόπους με τους οποίους η ενσώματη ατομική και συλλογική εμπειρία στο νησί δίνει τη δυνατότητα να επανοργανωθούν (με όρους πια προσωπικών διανοητικών χαρτών) οι πολύτιμες γνώσεις που μας προσφέρουν εδώ και χρόνια τα ΑΣΚΙ και οι δραστήριοι και έγκριτοι ιστορικοί που έχουν μελετήσει το πεδίο αυτό (βλ. το ψηφιακό μουσείο Μακρονήσου στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ).
Για τη «μακρονησιώτικη» εμπειρία μας από τη θέση μας ως «επισκεπτριών/των» καταθέτω εδώ κάποιες πρώτες σκέψεις από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας του τουρισμού και του υπο-πεδίου του «σκοτεινού τουρισμού» (dark tourism), που μπορούν ίσως να ανοίξουν λίγο ακόμη το πλαίσιο της συζήτησης και της κατανόησης αυτής της επίσκεψης.
Η Μακρόνησος φαίνεται να συνομιλεί, αλλά ταυτόχρονα να φτιάχνει και ένα δικό της, διαφοροποιημένο πλαίσιο ερμηνείας, σε σχέση με τις επισκέψεις σε τόπους μαρτυρίων και συλλογικών τραυμάτων και τη σχετική εμπορευματοποίησή τους. Στη βιβλιογραφία (ενδεικτικά, Sturken 2007· Low 2004· Stone κ.ά., 2018) «ο τουρίστας της ιστορίας» είναι αυτός που καταναλώνει το παρελθόν και το τραύμα μέσα από εικόνες, εμπορεύματα (σουβενίρ) και προκατασκευασμένες αρχιτεκτονικές εμπειρίες. Ωστόσο, το σύνηθες είναι να διατηρεί μια ασφαλή και ακίνδυνη απόσταση από την πραγματική ιστορική και πολιτική πολυπλοκότητα.
Έτσι, οι επισκέψεις σε μνημεία ή η αγορά αναμνηστικών λειτουργούν ως υποκατάστατα της ενεργού πολιτικής δράσης: αντί ο πολίτης να αναρωτηθεί κριτικά για τα αίτια μιας καταστροφής ή για τις ευθύνες του κράτους, η κοινωνία τού προσφέρει απλώς μια καταναλωτική τελετουργία («γεωγραφία της εθνικής αθωότητας» στην περίπτωση του Ground Zero, κατά τη Sturken).
Στη Μακρόνησο δεν υπάρχει μουσείο, δεν υπάρχουν εισιτήρια εισόδου, πωλητήρια με κακόγουστα αναμνηστικά, αναψυκτήρια, μαζικά τουριστικά πακέτα από tour operators και εξειδικευμένους ξεναγούς που λειτουργούν ως διαπολιτισμικοί μεσολαβητές, ούτε ένας τεράστιος οικονομικός μηχανισμός γύρω από το τραύμα με όρους παραγωγής ενός αφηγήματος («εθνικού» ή «αντεθνικού») από κρατικούς φορείς – τουλάχιστον όχι ακόμη στη μεγάλη κλίμακα που συναντούμε σε άλλα ανάλογα παραδείγματα (βλ. Άουσβιτς). Ο χώρος παραμένει άνυδρος, γυμνός και ακατέργαστος. Η ίδια η φύση της επίσκεψης απαιτεί κοπιώδη σωματική προσπάθεια, χωρίς τις ανέσεις της τουριστικής βιομηχανίας.
Στη Μακρόνησο δεν υπάρχει καμία αρχιτεκτονική «λείανση» για να παραχθεί μια προκατασκευασμένη συγκίνηση (όπως, για παράδειγμα, στο Ground Zero, βλ. Low 2004). Η μνήμη εγγράφεται στα ίδια τα ερείπια, που καταρρέουν από την αλμύρα, και η συγκίνηση έχει αλλού τις πηγές της. Τα ερείπια φθείρονται από τον χρόνο, διατηρώντας την τραχύτητα της ιστορικής βίας. Αυτή η υλική αλήθεια εμποδίζει τη ρομαντικοποίηση ή την αισθητικοποίηση του πόνου, που βρίσκεται στη βάση της τουριστικοποίησης αυτών των τόπων ως «ελκυστικών» προορισμών. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο εγείρονται πολλά ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα διατήρησης αυτών των μνημειακών υλικοτήτων στο μέλλον μακριά από τον κίνδυνο είτε μιας λατρείας και εξιδανίκευσης της «παρακμής» είτε μιας αναδημιουργίας τους ως αποστειρωμένου, υπερσκηνοθετημένου μουσειακού «πάρκου».
Ο ρόλος των ΑΣΚΙ ως «Εγγυητή Μνήμης»
Οι τρόποι με τους οποίους τα ΑΣΚΙ έχουν διαχειριστεί το αρχειακό υλικό της Μακρονήσου και η ηθική του συνολικού τους εγχειρήματος, όπως και η διοργάνωση των επισκέψεων από έναν επιστημονικό και αρχειακό φορέα σαν τα AΣΚΙ, διασφαλίζουν ότι το αφήγημα παραμένει αυστηρά επιστημονικό, ιστορικό και πολιτικό. Δεν χρησιμοποιούνται μελοδραματισμοί ή θεατρικές αναπαραστάσεις. Ο λόγος βασίζεται στο αρχειακό τεκμήριο, στη φωτογραφία-ντοκουμέντο και στις γραπτές μαρτυρίες.
Οι επισκέπτες/τριες αντιμετωπίζονται ως ενεργοί πολίτες με αυτο-αναστοχαστική δύναμη και όχι ως καταναλωτές/τριες ανάλαφρων τουριστικών εμπειριών και αναγνωσμάτων. Η επίσκεψη μέσω των ΑΣΚΙ δεν προσφέρει ένα «βολικό» εθνικό ή αντεθνικό αφήγημα. Η μνήμη προτάσσεται ως εργαλείο για τη μετατόπιση προς την ιστορική δικαιοσύνη. Η επίσκεψη στη Μακρόνησο μπορεί έτσι να ιδωθεί και ως μια τελετουργία απελευθέρωσης από το μίσος. Για τους/τις σύγχρονους/ες επισκέπτες/τριες, η επίσκεψη δεν τροφοδοτεί ένα αίσθημα μίσους ή αντεκδίκησης απέναντι στο παρελθόν, αλλά μια επιθυμία για ιστορική δικαίωση, δηλώνοντας μια ώριμη πολιτική στάση δημοκρατίας: Η κοινωνία να θυμάται το τραύμα (και τα εγκλήματα), χωρίς να εγκλωβίζεται σε έναν αέναο κύκλο μισαλλοδοξίας.
Τέλος, ας μη σκεπτόμαστε όσες και όσους επισκέπτονται «σκοτεινούς» τόπους –ακόμη και στο πλαίσιο τουριστικών περιηγήσεων– ως παθητικές, ανιστορικές και εκτός κοινωνίας υποκειμενικότητες. Η επίσκεψη σε τόπους μαρτυρίων (και βέβαια και στη Μακρόνησο) είναι μια συνάντηση πολλαπλών χρόνων και τραυμάτων: από τη μία, η ιστορική βία του παρελθόντος, που εγγράφεται στο τοπίο, και, από την άλλη, οι σύγχρονοι/ες επισκέπτες/τριες –μαζί και οι ερευνήτριες/τές σαν κι εμένα–, που φέρνουμε τα δικά μας καθημερινά φορτία και κουβαλάμε τα δικά μας αόρατα τραύματα (εργασιακή ανασφάλεια, κοινωνική απομόνωση, προσωπικές απώλειες) ή υπαρξιακά αδιέξοδα, πολιτικές ανησυχίες και διερωτήσεις για την ασύμμετρη δύναμη ενός καταπιεστικού κρατικού μηχανισμού απέναντι στον ανυπεράσπιστο πολίτη. Τόποι όπως η Μακρόνησος θα συμβολίζουν πάντα αυτήν ακριβώς την ανθρωποκτόνο ασυμμετρία.
Φεύγοντας από το νησί, οι συζητήσεις μας επικεντρώθηκαν στο ότι τα θύματα δεν ήταν «αφηρημένοι ήρωες», αλλά άνθρωποι ακριβώς σαν κι εμάς. Νιώθουμε έτσι τη δυνητικότητα της ευθραυστότητάς μας, καθώς αντιλαμβανόμαστε πόσο εύκολα μπορούν να καταλυθούν οι νόμοι, οι εγγυήσεις και τα δικαιώματα που θεωρούμε δεδομένα στην καθημερινότητά μας.
Η ευαλωτότητα του χθες γίνεται άμεσα αντιληπτή ως εν δυνάμει ευαλωτότητα του σήμερα. Η Μακρόνησος μας το δείχνει.
Βιβλιογραφία
Sturken, Μ. (2007). Tourists of History: Memory, Kitsch, and Consumerism from Oklahoma City to Ground Zero. North Carolina: Duke University Press.
Low, S. (2004). The Memorialization of September 11: Dominant and local discourse on the rebuilding of the World Trade Center site. American Ethnologist 31(3): 326-339.
Stone, Ph. Hartmann, R. et al. (eds) (2018). The Palgrave Handbook of Dark Tourism Studies. London: Palgrave Macmillan.
(Η Δέσποινα Νάζου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ)

































