Τις τελευταίες ημέρες, το όνομα Manchester City FC παραλλάσσεται σε «Manchester Cheaty» (όπου «Cheater», σημαίνει απατεώνας) και το «Manchester City FC» μπορεί κάποιος να το ακούσει και ως «Sham FC» (όπου «Sham», είναι ο ψεύτικος, ο εικονικός). Τα περιπαικτικά σχόλια των αντιπάλων και πολύ περισσότερο η ιδέα ότι η ομάδα σου εξαπάτησε, για να κερδίσει, είναι κάτι πολύ λυπηρό για έναν οπαδό. Ίσως, μάλιστα, αυτό να είναι πιο λυπηρό, ακόμα και από την αναμονή της ανακοίνωσης μίας τιμωρίας που μπορεί να κυμαίνεται από χρηματικό πρόστιμο και αφαίρεση δεκάδων βαθμών, μέχρι τη στέρηση των τίτλων που κατέκτησε η ομάδα τα τελευταία χρόνια. Η ποινή ακόμα μπορεί να φτάσει στον υποβιβασμό, την πτώχευση και τον καταποντισμό της ομάδας στην τελευταία επαγγελματική κατηγορία.
Η απόφαση της Επιτροπής, με την οποία κηρύσσεται ένοχη η Μάντσεστερ Σίτι, για τις 114 από τις 115 κατηγορίες που τη βάρυναν, επιδέχεται έφεσης. Και ενδέχεται η ανακοίνωση των ποινών, να καθυστερήσει, καθώς δεν πρόκειται να επιβληθούν, πριν δοθεί η δυνατότητα στους νομικούς της ομάδας να ανατρέψουν τις καταδίκες. Ωστόσο, τόσο ο φόβος για βαριές «καμπάνες» παραμένει. Ας σημειωθεί, ότι ενδεχόμενη επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, και για υποβολή αγωγών αποζημίωσης, από δεκάδες έχοντες έννομο συμφέρον, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να αποδείξουν ότι υπέστησαν ηθική, αλλά κυρίως, οικονομική ζημία, λόγω των παραβάσεων της «Σίτι».
Το «colpo grosso»
Η Μάντσεστερ Σίτι κατηγορείται ότι παραβίασε ογδόντα από τις εκατό δεκατέσσερις φορές τους κανονισμούς της Premier League, με παράνομες χρηματοδοτήσεις, εικονικά συμβόλαια, παραποίηση ισολογισμών, πληρωμές κάτω από το τραπέζι κλπ. Οι υπόλοιπες τριάντα τέσσερις παραβιάσεις αφορούσαν τη συμπεριφορά της διοίκησης της Μάντσεστερ Σίτι, η οποία δε συνεργάστηκε, ως όφειλε, στην πορεία της έρευνας, που ξεκίνησε το 2018 και ολοκληρώθηκε το 2023 και αφορούσε το χρονικό διάστημα από το 2009 έως το 2018. Πώς, στήθηκε, όμως, η απάτη;
H Mάντσεστερ City ανήκει στην Abu Dhabi United Group (ADUG), ένα fund, που ελέγχεται απευθείας από τον Αντιπρόεδρο και Αναπληρωτή Πρωθυπουργό των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Σεΐχη Μανσούρ Μπιν Ζαγέντ, ο οποίος είναι και Πρόεδρος του club. Στην ουσία δηλαδή, ανήκει στο Κράτος του Αμπού Ντάμπι.
Οι «Πολίτες» υπέγραφαν συμβάσεις («χορηγίας» κυρίως) με άλλες εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο, όπως η Etisalat (τηλεπικοινωνίες) και η Etihad (αεροπορική). Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής, οι συμφωνίες που υπογράφηκαν ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από την πραγματικές αξίες της αγοράς. Τα ποσά που εκταμιεύονταν από τις εταιρείες του Ομίλου ADUG κάλυπταν μόνο ένα μέρος των συμφωνημένων ποσών. Τις διαφορές τις κάλυπτε απευθείας ο όμιλος, δηλαδή, ο Σεΐχης. Την περίοδο από το 2009 έως το 2018 (που καλύπτει η έρευνα της Επιτροπής) στα ταμεία της ομάδας εισέρρευσαν 950 εκ. Στερλίνες, που ήταν το συνολικό ύψος των χορηγιών. Από αυτά, μόλις τα 119 εκ. βγήκαν από τα ταμεία των χορηγών. Τα υπόλοιπα 831 εκ. δόθηκαν από τον ADUG. Με άλλα λόγια, το Αμπού Ντάμπι χρηματοδοτούσε παράνομα τη Μάντσεστερ Σίτι.
Άλλου είδους συμφωνίες που υπογράφονταν αφορούσαν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης της εικόνας των ποδοσφαιριστών της ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο, οι ισολογισμοί ήταν πάντοτε ισοσκελισμένοι και η Μάντσεστερ Σίτι μπορούσε να «βγαίνει» στις αγορές και να παίρνει τον καλύτερο προπονητή και τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο.
Οικονομικό ντόπινγκ
Όλα τα παραπάνω, αλλά και άλλα πολλά, που ενδεχομένως να μάθουμε αργότερα, αποδεικνύουν ότι η Μάντσεστερ Σίτι επιδιδόταν συστηματικά, σε ένα είδος «οικονομικού ντόπινγκ» παραβιάζοντας τους κανόνες κερδών και βιωσιμότητας (Profit and Sustainability Rules - PSR) που έχει θεσπίσει η Premier League. Το PSR είναι ένα σύνολο κανόνων, δυνάμει των οποίων, οι δαπάνες ενός club για μισθούς και μεταγραφές δεν μπορεί να ξεπερνάνε κατά ένα ποσοστό τα έσοδά του. Όπου ως «έσοδα» νοούνται τα έσοδα από τηλεοπτικά δικαιώματα και χορηγίες, λοιπά εμπορικά δικαιώματα, εισιτήρια, μπόνους, πωλήσεις παικτών και όχι βέβαια τα χρήματα που μπορεί να προέρχονται από το πορτοφόλι ή το ταμείο του ιδιοκτήτη της ομάδας. Κάτι τέτοιο, είναι παράνομο, διότι δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλοιώνει κατάφορα την αθλητική διοργάνωση και επιφέρει βαριές ποινές. Για παραβίαση του PSR, έχουν τιμωρηθεί πολλές ομάδες. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, είναι η Έβερτον και η Νότιγχαμ Φόρεστ στις οποίες αφαιρέθηκαν βαθμοί, για παρασπονδίες της περιόδου 2023-2024.
Ανάλογο κανονισμό με το PSR, έχει και η Ευρωπαϊκή Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία (UEFA), η οποία από το 2011-2012 εφαρμόζει το περίφημο Financial Fair Play, το οποίο στη σημερινή του μορφή ονομάζεται «UEFA Financial Sustainability Regulations» (FSR - «Κανονισμός Οικονομικής Βιωσιμότητας). Toν Δεκέμβριο του 2016 και τον Νοέμβριο του 2018 διέρρευσαν σε έγκριτα ΜΜΕ, κυρίως στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, διάφορα έγγραφα, που αποκάλυπταν εικονικές συμβάσεις, φοροδιαφυγή, εκβιασμούς, βαριά οικονομικά αδικήματα, που διέπρατταν είτε ομάδες είτε ποδοσφαιριστές, που προσπαθούσαν να φοροδιαφύγουν.
Ένας παλιός γνώριμος
Τα ντοκουμέντα αυτά είχε υποκλέψει ένας Πορτογάλος χάκερ, ο Ρουί Πίντο, οποίος δημιούργησε τα «Football leaks». Ο Πίντο έδωσε στη δημοσιότητα τα ντοκουμέντα που υπέκλεψε και για το λόγο αυτό καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Ομάδες όπως η Μάντσεστερ Σίτι και η Παρί Σεν-Ζερμέν (Πρόεδρος της οποίας είναι ο Νασέρ Αλ-Κελαϊφί - Υπουργός του Κατάρ, Πρόεδρος της Qatar Sports και του κολοσσού αθλητικών ΜΜΕ beIN Media Group), βρέθηκαν στο… μάτι του κυκλώνα. Τότε, χρειάστηκε η παρέμβαση ενός παλιού γνώριμου, του Τζιάνι Ινφαντίνο, του σημερινού Προέδρου της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), που επιχείρησε να πουλήσει τα δικαιώματα του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ. Χάρη σ’ αυτόν, τόσο οι «Πολίτες» όσο και οι «Παριζιάνοι», αντί να αποκλειστούν από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, τη γλύτωσαν με ένα πρόστιμο μερικών εκατομμυρίων Ευρώ. Δηλαδή, ψίχουλα…
Αντίρροπες δυνάμεις
Είναι φανερό ότι αυτή η ιστορία φέρνει στην επιφάνεια δύο αντίρροπες δυνάμεις που υπάρχουν στο χώρο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Από τη μία υπάρχει η βούληση να υπάρξει ανταγωνιστικό ποδοσφαιρικό προϊόν (Champions League, Premier League κ.λπ), που θα λειτουργεί με συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού. Την εποχή του άκρατου επαγγελματισμού, δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιος ανταγωνισμός, χωρίς να τηρούνται αυστηρά και απαρέγκλιτα οι κανόνες που αφορούν στην οικονομική βιωσιμότητα.
Έτσι, μέσω των ελεγκτικών μηχανισμών της, η Premier League, προσπαθεί να διασφαλίσει την αξιοπιστία της. Τόσο τη δική της, όσο και του προϊόντος που προσφέρει: του καλύτερου επαγγελματικού πρωταθλήματος στον κόσμο. Και γι’ αυτό, είναι πολύ πιθανό, οι ποινές που θα επιβληθούν, να είναι πρωτοφανείς. Όσο πρωτοφανές είναι και το σκάνδαλο. Πολλοί μιλούν ακόμα και για αποβολή της Μάντσεστερ Σίτι από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και υποβιβασμό της στην τελευταία επαγγελματική κατηγορία (League two). Αυτό όμως, απαιτεί δεκαπέντε ψήφους, από τις συμμετέχουσες ομάδες στην Premier League.
Στον αντίποδα, υπάρχουν κι εκείνοι που δυσκολεύονται να απαρνηθούν τα πετροδόλαρα των Σεΐχηδων και των Εμίρηδων. Όπως, παλαιότερα δυσκολεύονταν να απαρνηθούν τα ρούβλια που έριχναν στην αγορά οι πλουτοκράτες που ξεπήδησαν από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Πρόκειται για σοβαρές χρηματοδοτικές ενέσεις, δισεκατομμύρια Ευρώ (ή Στερλίνες ή Δολάρια) που έρχονταν απ’ έξω, έπεφταν στην αγορά του ποδοσφαίρου και είτε βοηθούσαν στην ανακύκλωση του χρήματος είτε έσωζαν μεγάλες ομάδες από την πτώχευση.
Φυσικά, τα χρήματα δεν εισέρρεαν μόνο στο ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο γινόταν το όχημα, για να «επενδυθούν» και σε άλλους τομείς. Ο Βρετανός Πρωθυπουργού Αντι Μπέρναμ, που είχε χρηματίσει στο παρελθόν δήμαρχος του ευρύτερου Μάντσεστερ, αναφερόμενος στους ιδιοκτήτες της Σίτι και στην επένδυση δισεκατομμυρίων λιρών που έχουν κάνει ο σεΐχης Μανσούρ και η βασιλική οικογένεια του Αμπου Ντάμπι στο Μάντσεστερ, δήλωσε: «Θα ανησυχούσα πραγματικά αν τους χάναμε. Εχουν υπάρξει ένας σημαντικότατος εταίρος στην ανοικοδόμηση του σύγχρονου Μάντσεστερ και προφανώς στην ανάδειξη της Σίτι σε παγκόσμια δύναμη». Παρόλ’ αυτά, διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται να εμπλακεί στην πειθαρχική διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει.
Συμπεράσματα…
Πάνε πάνω από δεκαπέντε χρόνια που το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο μαστίζεται από παράνομες συμπεριφορές ανάλογες με εκείνες της Μάντσεστερ Σίτι. Τέτοιου είδους φαινόμενα, όπου το ομορφότερο άθλημα στον κόσμο, γίνεται το όχημα για να εισβάλλει κάποιος μεγιστάνας στην οικονομία ενός κράτους, παρατηρούνται στην Αγγλία, αλλά και πολύ κοντά στο δικό μας σπίτι. Ίσως και μέσα σε αυτό.
Μακριά, δίπλα ή και μέσα στο «σπίτι» μας παρατηρούνται τριγωνικές – ενδοομιλικές συναλλαγές, που παραβιάζουν ευθέως τον υγιή ανταγωνισμό και την αξιοπιστία των διοργανώσεων. Αν γίνονται ή όχι έλεγχοι, εξαρτάται από την «ευαισθησία» των θεσμών που είναι αρμόδιοι να τους κάνουν. Πρόκειται για κρατικούς φορείς («ανεξάρτητους», ως επί το πλείστον) ή και από τα όργανα των εθνικών ή διεθνών ομοσπονδιών, που διοργανώνουν τα πρωταθλήματα. Στο τέλος της ημέρας, όποτε υπήρξε τέτοιου είδους διαπλοκή συμφερόντων, ποτέ δεν βγήκε σε καλό για τις ίδιες τις ομάδες…
Στη μέση αυτού του κυκεώνα είναι, φυσικά, οι οπαδοί. Οι οπαδοί της Μάντσεστερ Σίτι, είδαν την ομάδα τους μετά από πολλά χρόνια αφάνειας, να φτάνει στην κορυφή του αγγλικού και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Άραγε, άξιζε τον κόπο;
Αξίζει να «πουλήσεις την ψυχή σου στον… διάβολο» για ένα Champions League ή, ακόμα λιγότερο, η κατάκτηση ενός πρωταθλήματος; Καθένας έχει τα δικά του κριτήρια. Ευτυχώς, δεν είμαστε οπαδοί της Manchester City και δεν μας τίθεται αυτό το δίλημμα. Όμως, η «Σίτι» δεν είναι η μόνη ομάδα στον κόσμο, που επιβιώνει ή θριαμβεύει με τη λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Άρα, η περίπτωση της, θα πρέπει να προβληματίσει όλους όσους αγαπούν το άθλημα, ανεξαρτήτως ποια ομάδα υποστηρίζουν.
Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε, ότι σε ό,τι αφορά τη Μάντσεστερ Σίτι (και κάθε «Μάντσεστερ Σίτι») όσο πιο αυστηρή θα είναι η ποινή που θα επιβληθεί, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η κάθαρση που θα επιφέρει. Και ίσως τότε η «Manchester Cheety» ή «Sham FC», να επιστρέψει και πάλι, στη συνείδηση των φιλάθλων, ως «Manchester City». Και αυτό ισχύει, για όλους, όσους λειτουργούν ανάλογα…
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ, Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – ΦΙΦΑ)
























