Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ένα οικονομικό μέγεθος που βρίσκεται σχεδόν πάντα στη δημόσια συζήτηση, ωστόσο τελευταία καταλαμβάνει περίοπτη θέση. Παρουσιάζεται πλέον και ως «εθνικός οικονομικός στόχος», και, όπως συνήθως, ως βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και, κυρίως, για την αύξηση των μισθών. Η δημόσια συζήτηση είναι αναγκαία, στις δημοκρατίες. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συγκεκριμένη δημιουργεί προβληματισμό.
H παραγωγικότητα της εργασίας μετρά το προϊόν ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας. Είναι ένα δείκτης που αποτυπώνεται σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και ομοιογενοποίησης της εργασίας και της προστιθέμενης αξίας. Είναι χρήσιμος για στατιστικές συγκρίσεις ανάμεσα σε χώρες, κλάδους και περιόδους. Η κρίσιμη παραδοχή στην ανάλυσή του είναι ότι δεν αποτελεί μια αυτόνομη αιτία της αναπτυξιακής δυναμικής. Είναι το αποτέλεσμα βαθύτερων παραγωγικών, τεχνολογικών, θεσμικών και διανεμητικών αλλαγών. Και μόνο ως τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να γίνει ουσιαστικό αντικείμενο πολιτικής.
Ο εργαζόμενος παράγει μέσα σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, με συγκεκριμένο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, συγκεκριμένες τεχνολογίες, συγκεκριμένη οργάνωση, συγκεκριμένες δεξιότητες. Η παραγωγικότητα της εργασίας εξαρτάται από το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, την ποιότητα των επενδύσεων, την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής, την καινοτομία, την κλαδική διάρθρωση της παραγωγής, την ποιότητα της εκπαίδευσης, την επιχειρηματική ικανότητα, την οργανωσιακή δομή των επιχειρήσεων, τους θεσμούς χρηματοδότησης, κ.ά. Όλα αυτά προηγούνται της μέτρησης του δείκτη.
Γι’ αυτό είναι προβληματικό να εμφανίζεται η παραγωγικότητα, και ειδικά η παραγωγικότητα της εργασίας, ως εθνικός στόχος. Εθνικοί στόχοι πρέπει να γίνουν οι παράγοντες που την αυξάνουν. Η παραγωγική επένδυση, η τεχνολογική αναβάθμιση, η καινοτομία, η αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, η βιομηχανική πολιτική, η ποιότητα των θεσμών, η ενίσχυση δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας, η ποσοτική αναβάθμιση της μεταποίησης στο ΑΕΠ, κ.ά. Εάν βελτιωθούν αυτά, η παραγωγικότητα της εργασίας θα αυξηθεί. Εάν θέσουμε ως στόχο την αύξησή της χωρίς να βελτιωθούν τα προαναφερόμενα, τότε πολύ απλά αυτή δεν θα συμβεί.
Επίσης, στον ίδιο διάλογο η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας εμφανίζεται και ως επιχείρημα είτε της ανάγκης συγκράτησης των μισθών, είτε της ερμηνείας του χαμηλού τους ύψους. Το αναλυτικό σχήμα είναι γνωστό. Οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν επειδή η παραγωγικότητα είναι χαμηλή. Το επιχείρημα αυτό είναι παραπλανητικό, δημιουργεί σύγχυση, γιατί αποκόπτει την παραγωγικότητα της εργασίας από τους προσδιοριστικούς της παράγοντες και, σε κάποιες θολές ερμηνείες, εμφανίζει την εργασία τελικά ως υπεύθυνη της χαμηλής αμοιβής της.
Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι λοιπόν ένας δείκτης αξιολόγησης της γενικής επίδοσης της οικονομίας, και όχι κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της δυναμικής της. Αν περιορίσουμε τη δημόσια συζήτηση σε αυτήν, τότε κοιτάμε μόνο το αποτέλεσμα και όχι τον μηχανισμό που το παράγει. Γι’ αυτό χρειάζεται να εισαχθούν στη συζήτηση και οι άλλες δύο διαστάσεις, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου και η ολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής.
Η παραγωγικότητα του κεφαλαίου μας δείχνει πόσο αποδοτικά χρησιμοποιούνται οι επενδύσεις, οι υποδομές, ο εξοπλισμός, τα μηχανήματα, τα κτίρια, οι ψηφιακές τεχνολογίες. Μια οικονομία μπορεί να ζητά περισσότερη παραγωγικότητα από την εργασία, αλλά να μην εξετάζει εάν το κεφάλαιο που διαθέτει είναι αρκετό, σύγχρονο, αποτελεσματικά κατανεμημένο και αποδοτικά αξιοποιημένο. Αυτή είναι μια σοβαρή παράλειψη. Γιατί οι εργαζόμενοι δεν θα γίνουν παραγωγικότεροι με δημόσιες ευχές και πολιτικά συνθήματα, αλλά με περισσότερο και ποιοτικότερο κεφάλαιο, σύγχρονη τεχνολογία και επιχειρησιακή οργάνωση.
Η ολική παραγωγικότητα των συντελεστών είναι ίσως ο πιο σημαντικός δείκτης μέτρησης της παραγωγικότητας. Δεν αφορά μόνο την εργασία, ούτε μόνο το κεφάλαιο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία συνδυάζει τους παραγωγικούς της συντελεστές. Εδώ εισχωρούνε στη συζήτηση η τεχνολογική πρόοδος, η καινοτομία, η διοικητική ικανότητα, η ποιότητα των θεσμών, η αποτελεσματική κατανομή πόρων, η διάχυση της γνώσης, η παραγωγική αναδιάρθρωση, κ.ά. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας μας δείχνει τι παράγεται ανά εργαζόμενο, η ολική παραγωγικότητα μας δείχνει πόσο αποτελεσματικά οργανώνεται η παραγωγή στο σύνολό της, και, κατά επέκταση, η επιχειρηματική δραστηριότητα της χώρας μας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δημόσιος διάλογος δεν πρέπει να περιορίζεται στην παραγωγικότητα της εργασίας. Πρέπει να θέσει και άλλα πολύ πιο ουσιαστικά ερωτήματα, που αφορούν την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και την ολική παραγωγικότητα και, οπωσδήποτε, το πώς διανέμεται τελικά η παραγόμενη αξία.
Το τελευταίο είναι σημαντικό γιατί ακόμη και όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα, τίποτε δεν εγγυάται ότι αυτόματα αυξάνονται αναλογικά και οι μισθοί. Τα τελευταία χρόνια η αύξηση του πραγματικού μισθού υστερεί έναντι της παραγωγικότητας της εργασίας σε πολλούς κλάδους της οικονομίας μας. Η μεταφορά της αύξησης της παραγωγικότητας στους μισθούς εξαρτάται από τη συλλογική διαπραγμάτευση, τον κατώτατο μισθό, τη διαπραγματευτική ισχύ της εργασίας και το βαθμό μονοπωλιακής συγκέντρωσης της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα «πρώτα αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, και μετά οι μισθοί» είναι σαθρό. Το σωστό επιχείρημα είναι ότι χρειαζόμαστε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα που να στηρίζεται σε ποιοτικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ισχυρότερη παραγωγική βάση, καλύτερη οργάνωση, υψηλότερη ποιότητα εργασίας, κ.ά, για να αυξηθούν όλοι οι δείκτες της παραγωγικότητας και παράλληλα να κάνουμε τη διανομή δίκαιη.
Ολοκληρώνοντας, η παραγωγικότητα είναι ένας σύνθετος δείκτης. Αν θέλουμε πραγματικά να αυξηθεί, πρέπει να πάψουμε να τη χρησιμοποιούμε ως επιχείρημα απέναντι στους μισθούς, και να αρχίσουμε να συζητάμε σοβαρά για τους προσδιοριστικούς της παράγοντες. Διαφορετικά, η επίκληση της παραγωγικότητας δεν δείχνει την αγωνία μας για το μέλλον της οικονομίας. Αλλά την πολιτική ιδεολογία της διαχείρισής της αναπτυξιακής της καθυστέρησης.
(Ο Γιώργος Αργείτης είναι Καθηγητής, ΤΟΕ ΕΚΠΑ-Επιστημονικός Διευθυντής ΙΝΕ ΓΣΕΕ)































