Η Αριστερά και συνολικά οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη βρίσκονται μπροστά σε κρίσιμο στρατηγικό δίλημμα. Το υπόδειγμα της «υπεύθυνης διαχείρισης» έχει εξαντλήσει τα όριά του. Σε κοινωνίες που βιώνουν στεγαστική πίεση, στασιμότητα μισθών, ενεργειακή ακρίβεια και διάχυτη αίσθηση αδικίας, η πολιτική της μικρής διόρθωσης δεν αρκεί. Δεν αποκαθιστά την εμπιστοσύνη, αλλά γεννά κόπωση και αποστράτευση.
Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά βαθιά πολιτικό. Αφορά τον προσανατολισμό και την κοινωνική εκπροσώπηση. Η Αριστερά δεν μπορεί να εξαντλείται σε ηπιότερη τεχνοκρατία. Οφείλει να επανατοποθετηθεί ως δύναμη που εκφράζει τη μεροληψία υπέρ της εργασίας, των δημόσιων αγαθών και της δημοκρατικής εξισορρόπησης της ισχύος του κεφαλαίου.
Η ανάλυση του T. Piketty στο «Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», για την παγίωση και διεύρυνση των ανισοτήτων, φωτίζει αυτήν την ανάγκη. Η «ουδέτερη» διαχείριση μόνο ουδέτερη δεν είναι, καθώς τροφοδοτεί και αναπαράγει τις ανισορροπίες. Χωρίς ενεργές πολιτικές αναδιανομής, ενίσχυσης της εργασίας και επένδυσης στα δημόσια αγαθά, η δημοκρατική ισορροπία υπονομεύεται.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και η αξιοπιστία εφαρμογής. Η εμπειρία της Ισπανίας δείχνει ότι μια προοδευτική ατζέντα αποκτά κοινωνικό έρεισμα όταν συνδυάζει θεσμική επάρκεια με απτές βελτιώσεις. Οι κυβερνήσεις του P.Sánchez, με το Podemos, αύξησαν τον κατώτατο μισθό, ενίσχυσαν συλλογικές συμβάσεις, έλαβαν μέτρα κοινωνικής προστασίας και απέρριψαν την αύξηση αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Έτσι επανέφεραν την αίσθηση ότι η πολιτική μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των πολλών.
Στην Ελλάδα, αυτή η αίσθηση παραμένει εύθραυστη. Η δυσπιστία προς το κράτος και τους θεσμούς έχει ιστορικό βάθος. Γι’ αυτό οι θεσμοί δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά πυρήνας πολιτικής στρατηγικής. Χωρίς λογοδοσία, διοικητική αποτελεσματικότητα και ισονομία, καμία μεταρρύθμιση δεν αντέχει. Η προοδευτική παράταξη οφείλει να αποδείξει ότι έχει λύσεις για ένα κράτος δημοκρατικό και αποτελεσματικό, όχι ένα κράτος λάφυρο.
Καταρχάς αυυτό προϋποθέτει πέραν των καθαρών επιλογών, την απόρριψη τόσο του φετιχισμού της αγοράς όσο και ενός αναχρονιστικού κρατισμού που αναπαράγει πελατειακές πρακτικές. Το κρίσιμο δεν είναι απλώς ποιος κατέχει μια δομή, αλλά πώς αυτή λειτουργεί, με ποια διαφάνεια, με ποια αποτελεσματικότητα και προς όφελος ποιου.
Απαιτείται επίσης ρήξη με τον πελατειασμό, ακόμη και όταν εμφανίζεται με προοδευτικό προσωπείο. Η Αριστερά δεν μπορεί να υπόσχεται κοινωνική αλλαγή και ταυτόχρονα να επιθυμεί μικρές διευθετήσεις, εξαιρέσεις και δίκτυα κομματικής εξάρτησης. Ο πελατειασμός ακυρώνει τις καθολικές πολιτικές, υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους κανόνες και τελικά ενισχύει τους ισχυρούς και τους καλύτερα διασυνδεδεμένους.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται σαφής αποστασιοποίηση από λαϊκιστικές και ανορθολογικές εκτροπές. Η πανδημία και οι συγχύσεις γύρω από την κλιματική κρίση έδειξαν ότι η ανοχή σε αντιεπιστημονικές αντιλήψεις δεν ενισχύει τη λαϊκή απήχηση, αντιθέτως την υπονομεύει. Η Αριστερά οφείλει να υπερασπίζεται τη γνώση και την τεκμηρίωση, συνδέοντάς τες με τη δημοκρατική λογοδοσία.
Στο πολιτικό επίπεδο, η υπέρβαση του κατακερματισμού είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής. Οι συνεργασίες δεν μπορούν να είναι απλές συγκολλήσεις κορυφής. Χρειάζονται προγραμματική σαφήνεια και κοινωνική γείωση. Ένα αρχικό ελάχιστο πλαίσιο μπορεί να περιλαμβάνει την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, την ενίσχυση δημόσιων υποδομών σε υγεία, παιδεία και μεταφορές, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για εργασία και στέγη, και την στόχευση ενός παραγωγικού μετασχηματισμού με πράσινο και ψηφιακό πρόσημο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη. Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι συγκυριακή, αλλά στρεβλή απάντηση στην ανασφάλεια. Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, η Αριστερά δεν αρκεί να υψώνει ηθικό ανάχωμα. Οφείλει να συγκροτήσει πλειοψηφικό σχέδιο ευρωπαϊκής ασφάλειας, κοινωνικής προστασίας και δημοκρατικής κυριαρχίας, αλλιώς το κενό θα καλυφθεί από αυταρχισμό και δημαγωγία.
Αυτό το σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει σύγχρονες ιδέες, όπως ευρωπαϊκό ταμείο για τη στέγη και περιορισμό της κερδοσκοπίας στα ακίνητα, νέα βιομηχανική πολιτική με δημόσιες επενδύσεις και ποιοτικές θέσεις εργασίας, κοινωνικό όρο σε κάθε πράσινη μετάβαση, φορολόγηση υπερκερδών, προστασία της εργασίας και επέκταση των κοινών ευρωπαϊκών αγαθών στην υγεία, την ενέργεια και την ψηφιακή υποδομή. Όχι επιστροφή στο παρελθόν, αλλά δημοκρατικός μετασχηματισμός με σύγχρονα εργαλεία.
Η νέα διεθνής συγκυρία βαραίνει καθοριστικά. Η πολιτική του Αμερικανού προέδρου επαναφέρει ωμά τη συναλλακτική λογική στις διεθνείς σχέσεις, αμφισβητώντας κανόνες, συμμαχίες και μεταπολεμικές σταθερές. Η πολεμική κλιμάκωση γύρω από το Ιράν και η κρίση στα ενεργειακά περάσματα δείχνουν ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταφράζονται σε ενεργειακή πίεση, πληθωρισμό και κοινωνική αστάθεια. Η ευρωπαϊκή Αριστερά χρειάζεται υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, στρατηγική αυτονομία και κοινωνική θωράκιση, όχι αφελή ειρηνισμό ούτε γεωπολιτικό αυτοματισμό.
Το βασικό ερώτημα παραμένει. Θέλουν οι προοδευτικές δυνάμεις να διαχειριστούν μια άδικη πραγματικότητα ή να τη μετασχηματίσουν; Αν επιλέξουν το πρώτο, θα μείνουν συμπληρωματικοί παίκτες ενός συστήματος που παράγει ανισότητες. Αν επιλέξουν το δεύτερο, μπορούν να ξαναγίνουν φορείς πλειοψηφικών κοινωνικών συμμαχιών.
Αν δεν το κάνουν, το κενό θα το καταλάβει η ακροδεξιά, εμφανιζόμενη ψευδώς ως δύναμη ρήξης, ενώ θα υπηρετεί σκληρότερο αυταρχισμό, κοινωνική οπισθοδρόμηση και εθνικιστική δημαγωγία. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από μια προοδευτική παράταξη που υπόσχεται καλύτερους τρόπους ήττας. Έχει ανάγκη από μια παράταξη που θα οργανώσει ξανά τη σύγκρουση για τους πολλούς, με σχέδιο, διάρκεια, δημοκρατικό βάθος και καθαρό ορίζοντα εξουσίας. Αν η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις δεν αποφασίσουν να γίνουν ξανά φορείς μεγάλων αλλαγών, θα μείνουν απλοί σχολιαστές της παρακμής.
(Η Μυρτώ Λέτσου είναι Δικηγόρος, LLM European Law-Ο Δημήτρης Λιάκος είναι Οικονομολόγος)































