Έχει περάσει ένας μήνας από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και η χώρα μας, όπως και όλος ο πλανήτης, βιώνει ήδη τις συνέπειες: από τη γεωπολιτική αστάθεια και την υπονόμευση του διεθνούς δικαίου έως την ενεργειακή κρίση και την εκτίναξη των τιμών σε βασικά αγαθά. Για τη χώρα μας, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου έρχονται να προστεθούν στην ανεξέλεγκτη ακρίβεια που μαστίζει τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η Κυβέρνηση βλέπει σε αυτή τη νέα κρίση μια ευκαιρία να διασώσει το πολιτικό της κεφάλαιο. Οι ανέξοδες κορώνες συνοδεύονται από εμβαλωματικά μέτρα, όπως το υποτιθέμενο πλαφόν στις τιμές των καυσίμων αλλά και η ανακοίνωση ενός ακόμη «pass» που αντιστοιχεί μετά βίας σε ένα γέμισμα του ρεζερβουάρ. Μπορούμε, όμως, να πιστέψουμε στις καλές προθέσεις της Κυβέρνησης; Η απάντηση είναι όχι, και μάλιστα για πολλούς λόγους.
Ένας βασικός λόγος είναι ότι η πολιτική της Κυβέρνησης στην προηγούμενη μεγάλη γεωπολιτική και ενεργειακή κρίση δεν προδιαθέτει θετικά. Όταν το 2022 ξέσπασε ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, προκλήθηκε και πάλι μια ισχυρή πληθωριστική πίεση σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, συνδεδεμένη με το κόστος της ενέργειας. Η Κυβέρνηση της ΝΔ ισχυρίστηκε τότε ότι ο πληθωρισμός ήταν εισαγόμενος και δεν μπορούσε να κάνει πολλά για να τον αντιμετωπίσει. Τέσσερα χρόνια μετά, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει στα ύψη και μάλιστα πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα επί της ουσίας για να ρυθμίσει την αγορά και να περιορίσει τα φαινόμενα ολιγοπωλιακής και ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας. Γιατί να το κάνει τώρα;
Δυστυχώς, η νέα και ίσως ακόμη σοβαρότερη κρίση έρχεται σε μια στιγμή όπου αποκαλύπτονται πλήρως τα επίχειρα της κυβερνητικής πολιτικής. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, για 6 στα 10 ελληνικά νοικοκυριά ο μισθός φτάνει μόλις για τις 18 ημέρες του μήνα. Και σύμφωνα με τις ακόμη πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα βρίσκεται πια στην τελευταία θέση της ΕΕ με όρους αγοραστικής δύναμης, ισοβαθμώντας με τη Βουλγαρία στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ας ελπίσουμε ότι η Κυβέρνηση δεν θα αμφισβητήσει και την εγκυρότητα της Eurostat, όπως συνηθίζει με άλλους αξιόπιστους διεθνείς οργανισμούς.
Σε αυτήν τη συγκυρία, η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης εμμένουν στη στρατηγική τους επιλογή μιας «οικονομίας του pass». Μιας οικονομίας όπου η σταθερότητα στα δημοσιονομικά μεγέθη υπηρετείται από τη διαρκή οικονομική συμπίεση της κοινωνίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας και όπου η άδικη υπερ-φορολόγηση «αντισταθμίζεται» με τα επιδόματα που η Κυβέρνηση μεγαλόψυχα χαρίζει στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό.
Και σήμερα, η κυβέρνηση ακολουθεί τη δική της πεπατημένη. Από τη μία αποφασίζει την πρόωρη εξόφληση δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 7 δις και μάλιστα 10 χρόνια νωρίτερα, την ίδια στιγμή που συνεχίζεται η υπεραπόδοση των εσόδων, με το πρωτογενές πλεόνασμα για το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου να διαμορφώνεται σε 3 δις ευρώ υπερβαίνοντας και πάλι τον στόχο το Προϋπολογισμού. Από την άλλη, αρνείται να προχωρήσει στην αναγκαία μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, σε αντίθεση π.χ. με την Ισπανία που μείωσε τον ΦΠΑ στα καύσιμα από 21% στο 10%. Όπως είπε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός, «ευτυχώς που δεν είναι ο Σάντσεθ» – ευτυχώς για τον ίδιο, δυστυχώς για εμάς.Ενώ την ίδια στιγμή μειώνει τους φόρους στα σκάφη πολυτελείας αιτιολογώντας το όπως πρόσφατα μας ανέφερε εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών «Είναι πλούσιος όποιος έχει ένα σκαφάκι;»
Η κυβερνητική πολιτική στην οικονομία μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση: απομυζούμε τους φορολογούμενους για να ευνοήσουμε τους λίγους «δικούς μας» προσφέροντας στους πολλούς χάντρες και καθρεφτάκια υπό τη μορφή επιδομάτων. Όμως αυτή την «οικονομία του pass» η κοινωνία δεν την ανέχεται πλέον.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος)






























