Η πολεμική σύγκρουση στο Ιράν από την πρώτη στιγμή κυριάρχησε στην επικαιρότητα. Η ανησυχία για μια γενικευμένη σύρραξη αλλά και οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, αναδείχθηκε άμεσα από τα ΜΜΕ και επιβεβαιώθηκε από το αυξημένο ενδιαφέρον των τηλεθεατών.
Tα κανάλια με συνεχή ροή προγράμματος, συζητήσεις, απεσταλμένους στις χώρες της περιοχής, συνδέσεις με ειδικούς (;) επιχείρησαν να αναμεταδώσουν και να ερμηνεύσουν τα γεγονότα.
Η κάλυψη (και) του πολέμου στο Ιράν, επαναφέρει έντονα το πιεστικό ερώτημα. Μπορεί η ελληνική τηλεόραση να επιτελέσει τον ενημερωτικό της ρόλο; Μπορεί να αποτελέσει το φορέα διεξαγωγής ορθολογικού δημόσιου διαλόγου ώστε οι τηλεθεατές να διαμορφώσουν σφαιρική εικόνα για τα γεγονότα;
Στην περίπτωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί και διαφορετικά: Πόσοι στρατηγοί εν αποστρατεία, χρειάζονται για να συντηρηθεί ένα αφήγημα;
Δεκάδες μελέτες, αναδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο των ΜΜΕ στη διαμόρφωση της αντίληψης για τα γεγονότα. Η επιλογή των ειδήσεων που προβάλλονται, το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται, οι απόψεις που υπερ-εκπροσωπούνται, αυτές που αποσιωπούνται, η γλώσσα που χρησιμοποιείται, τα στερεότυπα: γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις που δεν απαιτούν ιδιαίτερες αναλυτικές ικανότητες, έχουν ως αποτέλεσμα την κατασκευή -και όχι την προσπάθεια αποτύπωσης- της πραγματικότητας.
Η περίπτωση της κάλυψης του πολέμου στο Ιράν δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να γίνει κατανοητός ο στόχος, αρκεί να καταγραφεί ποιοι είναι αυτοί που μιλάνε και ποια πτυχή του πολέμου αναδεικνύεται επίμονα και μονοδιάστατα. Για τον πόλεμο και τις επιπτώσεις του, δεν μιλούν επιστήμονες με εμπειρία και γνώση στις Διεθνείς Σχέσεις, το Διεθνές Δίκαιο, καθηγητές Πολιτικής Επιστήμης, οικονομικοί αναλυτές ή Ιστορικοί.
Στην ελληνική τηλεόραση, για τον πόλεμο μιλάνε οι στρατηγοί εν αποστρατεία.
Συνταξιούχοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, της αεροπορίας και του ναυτικού κατακλύζουν καθημερινά τις οθόνες και η γνώμη τους, όσο σωστή ή λανθασμένη και αν είναι, προβάλλεται ως η μοναδική που αξίζει να ακουστεί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τη Δευτέρα 9 Μαρτίου, στις πρωινές ενημερωτικές εκπομπές των πανελλαδικών τηλεοπτικών καναλιών (εκτός από τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους), κλήθηκαν να εκφράσουν γνώμη για την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο 20 «ειδικοί».
Από τα 20 άτομα μόλις 7 ήταν εξειδικευμένοι καθηγητές (κάτοχοι διδακτορικών ή ερευνητές) οι οποίοι θεωρητικά είναι ικανοί να μεταφέρουν αντικειμενική επιστημονική γνώση. Στην πραγματικότητα μόνο οι 4 στους 20 εντάσσονται στην κατηγορία του αντικειμενικού, καθώς οι 3 από τους διεθνολόγους που σχεδόν καθημερινά καλούνται να εκφράσουν τη γνώμη τους, είναι ταυτόχρονα και βουλευτές της ΝΔ και αναπόφευκτα υπηρετούν το κυβερνητικό αφήγημα.
Μίλησαν επίσης, ένας αναλυτής με πολύ συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις, μία Ιρανή που ζει χρόνια στην Ελλάδα και ένας αεροναυπηγός.
Η πλειονότητα των «ειδικών» που κλήθηκαν για να εκφράσουν άποψη για τον πόλεμο, 10 από τους 20, ήταν απόστρατοι. Εννέα στρατιωτικοί και ένας πρώην αστυνομικός! Ο πρώην αστυνομικός μάλιστα, εμφανίστηκε σε κανάλι πανελλαδικής εμβέλειας, για να περιγράψει (με αξιοζήλευτη… γραφικότητα) τη δράση των μυστικών υπηρεσιών, τη Μοσάντ φυσικά, αλλά και «το πλέγμα ασφαλείας» που έχει στηθεί πάνω από τη χώρα «υπό το άγρυπνο βλέμμα του σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Την Τρίτη 17 Μαρτίου, στις ίδιες εκπομπές, μίλησαν για τον πόλεμο (εκτός από δημοσιογράφους και πολιτικούς) 11 προσκεκλημένοι. Τέσσερις καθηγητές, ανάμεσά τους οι 3 βουλευτές της ΝΔ και 7 στρατηγοί.
Οι στρατηγοί δεν είναι καινούριο φαινόμενο στην ελληνική τηλεόραση. Το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότερο αναδεικνύονται ως «ειδικοί» στις Διεθνείς Σχέσεις, το Διεθνές Δίκαιο, τη διπλωματία, τις εξωτερικές σχέσεις του κράτους και τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Οι στρατηγοί που μιλούν στα κανάλια εμφανίζονται να έχουν πλήρη εικόνα για τις στρατιωτικές και επιχειρησιακές δυνατότητες των κρατών της περιοχής. Μπορεί να έχουν ακριβείς ή ανακριβείς πληροφορίες, αλλά το ζητούμενο δεν είναι η αξιοπιστία των πληροφοριών που μεταδίδουν.
Το κρίσιμο συμπέρασμα από την καθημερινή τους παρουσία είναι ότι υπηρετούν πιστά ένα συγκεκριμένο αφήγημα. Αντιμετωπίζουν την κρίση στη Μέση Ανατολή, τον πόλεμο στο Ιράν αλλά και τις ευρύτερες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο (πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές) με τον μοναδικό τρόπο που ξέρουν: Ως αντιπαράθεση με την Τουρκία!
Ο πόλεμος γίνεται αντιληπτός ως επιχειρησιακή διαχείριση. Η ισχύς των όπλων αναδεικνύεται ως ύψιστη αξία και οι φρεγάτες, τα αεροπλάνα και οι διαρκείς εξοπλισμοί αναγνωρίζονται ως η μοναδική αποδεκτή πολιτική συμπεριφορά ενός κράτους. Στο φαντασιακό των στρατηγών, αλλά και πολλών δημοσιογράφων, η χώρα περιγράφεται ως υπερδύναμη, η οποία με τις Belhara και τα f-35 μπορεί να κυριαρχήσει απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο.
Αυτή η άποψη δεν θα μας απασχολούσε εάν δεν διαμόρφωνε και το κοινωνικό φαντασιακό, εάν δεν συνέθετε καθημερινά το πλέγμα των κοινωνικών σημασιών, νοητικές εικόνες, σύμβολα και αξίες που συγκροτούν και οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Και οι στρατιωτικοί αντιλαμβάνονται τον κόσμο με όρους μάχης και μιλούν σαν να προετοιμαζόμαστε για πόλεμο. Η καθημερινή τους παρουσία στις τηλεοράσεις, συμβάλλει στην αναγωγή των στρατιωτικών θεμάτων σε κυρίαρχα, μονοπωλεί, και εμποδίζει τη διεξαγωγή οποιασδήποτε άλλης συζήτησης. Συμμετέχουν στην αλλοίωση και, περιορίζουν τις πιθανότητες ορθολογικού διαλόγου. Ενισχύουν το παραπλανητικό πατριωτικό συναίσθημα που ταυτίζει την εθνική υπεροχή με την (επίσης φαντασιακή) στρατιωτική ισχύ και τελικά, εκούσια ή ακούσια, στηρίζουν, αναπαράγουν και συντηρούν το κυβερνητικό αφήγημα.
(Ο Κυριάκος Αργυρόπουλος είναι δημοσιογράφος)





























