Τη νύχτα της 13ης Μαρτίου 1992, ένας κλάδος του μεγάλου ρήγματος της βόρειας Ανατολίας ενεργοποιήθηκε με πολύ ισχυρό σεισμό που χτύπησε την πόλη Ερζιντζάν της ανατολικής Τουρκίας. Η τοπική ώρα ήταν 20:18. Το μέγεθος του σεισμού υπολογίστηκε σε 6.7 στη σύγχρονη κλίμακα σεισμικής ροπής (Mw). Οι καταστροφές ήταν εκτεταμένες. Υπήρξαν ολικές καταρρεύσεις δημόσιων κτιρίων, νοσοκομείων, σχολείων. Ο αριθμός των ανθρώπινων θυμάτων ανήλθε σε περίπου 500, ίσως και περισσότερο, ενώ περίπου 2800 άνθρωποι τραυματίστηκαν. Η μέγιστη ένταση του σεισμού στην 12-βάθμια κλίμακα Modified (τροποποιημένη) Mercalli, με την οποία εκτιμάται η καταστροφικότητα ενός σεισμού, εκτιμήθηκε σε IX (9). Οι εκτεταμένες βλάβες οφείλοντο τόσο στη βιαιότητα του σεισμού, με εδαφική επιτάχυνση που έφθασε το 0,5 g (επιτάχυνση της βαρύτητας), όσο και στη συστηματική καταστρατήγηση των οικοδομικών κανονισμών. Δύο ημέρες μετά τον κύριο σεισμό, ένας μετασεισμός μεγέθους 5,8 προκάλεσε περαιτέρω βλάβες. Οι οικονομικές απώλειες από τον σεισμό ίσως ανήλθαν ή και ξεπέρασαν το ένα δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη σεισμική καταστροφή μετά το φοβερό σεισμό μεγέθους 7,9 που έπληξε την ίδια περιοχή το 1939.
Το επόμενο πρωί σήμανε συνεγερμός στον Οργανισμό Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), στον οποίο υπηρετούσα τότε ως επικεφαλής του τμήματος σεισμοτεκτονικής. Πέρα από τη γενική συγκίνηση που προκάλεσε η καταστροφή, λάβαμε την επιθυμία της τότε ελληνικής κυβέρνησης να οργανώσουμε ανθρωπιστική βοήθεια προς τη γειτονική χώρα. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι η διπλωματία των σεισμών με τη γειτονική χώρα μόλις άνοιγε.
Κινητοποιηθήκαμε εντατικά και συνεννοηθήκαμε με το ΕΚΑΒ και την 1η ΕΜΑΚ του πυροσβεστικού σώματος. Όμως, η ανταπόκριση από τις τουρκικές αρχές δεν ήταν ενθαρρυντική κατά τις πρώτες ώρες. Έφθαναν μη επιβεβαιούμενες πληροφορίες ότι δεν θα ήθελαν ανθρωπιστική, αλλά οικονομική, βοήθεια. Όμως, η πραγματικότητα ήταν πολύ σκληρή. Πολλοί άνθρωποι παρέμεναν εγκλωβισμένοι κάτω από τα ερείπια. Χιλίαδες ήταν οι τραυματίες και οι άστεγοι. Η κινητοποίηση ήταν πλέον διεθνής. Μάθαμε ότι και από άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς ετοίμαζαν ανθρωπιστικές αποστολές.
Μετά από συνεχείς συνεννοήσεις η ελληνική αποστολή ήταν έτοιμη για αναχώρηση στις 15 του μηνός. Φθάσαμε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας στις επτά το απόγευμα. Εκεί μας ανέμεναν δύο αεροσκάφη C-130 της πολεμικής αεροπορίας δεδομένου ότι η αποστολή μας ήταν μεγάλη σε πλήθος ατόμων, σε εξοπλισμό, σε οχήματα και σε υλική βοήθεια. Αν θυμάμαι καλά το προσωπικό από τον ΟΑΣΠ, αλλά κυρίως από το ΕΚΑΒ και την ΕΜΑΚ, ανερχόμασταν σε περίπου 30: γιατροί και νοσηλευτές, διασώστες της πυροσβεστικής, μηχανικοί και ο γράφων ως σεισμολόγος. Τα οχήματα που είχαμε ήταν ένα τζιπ του ΟΑΣΠ, ένα ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και ένα ή δύο οχήματα της πυροσβεστικής με το διασωστικό εξοπλισμό. Επιπλέον, συμμετείχε ομάδα ραδιοερασιτεχνών για την εξασφάλιση της συνεχούς επικοινωνίας από την πληγείσα περιοχή με τη βάση μας στην Αθήνα. Με απόφαση της κυβέρνησης η αποστολή συμπληρώθηκε από πολλούς δημοσιογράφους, μεταξύ των οποίων θυμάμαι τον Πάνο Σόμπολο. Είχαμε φροντίσει να έχουμε πλήρη αυτονομία διαβίωσης για αρκετές μέρες στην κατεστραμμένη περιοχή, με ξηρά τροφή, νερό, αντίσκηνα και στρατιωτικούς υπνόσακους. Δεν ξεχνώ τον αγαπημένο μας Δία, ένα εκπαιδευμένο σε αναζήτηση εγκλωβισμένων μεγαλόσωπο λυκόσκυλο υψηλής ευφυίας. Η υλική βοήθεια για τους σεισμόπληκτους περιλάμβανε διάφορα υλικά, όπως φάρμακα και πλάσμα αίματος.
Η οργάνωση της αποστολής δεν ήταν εύκολη, αλλά υπήρχε ήδη το «μοντέλο» παρόμοιας αποστολής που οργανώθηκε μετά τον εξίσου μέγαλο, καταστροφικό και πολύνεκρο σεισμό στο Σπιτάκ της Αρμενίας στις 7 Δεκεμβρίου 1988.
Η δραματική στιγμή που οι άνδρες της ΕΜΑΚ πλησιάζουν το κορμάκι του νεκρού νηπίου (φωτογραφία Γεράσιμου Παπαδόπουλου).
Παραμείναμε στην Ελευσίνα επί 12ωρο, έως ότου δοθεί η άδεια εισόδου στον εναέριο χώρο της Τουρκίας. Αυτό έγινε στις 7πμ της επομένης. Στη διάρκεια της πτήσης με τα δύο C-130 μας ειδοποίησαν ότι το αεροδρόμιο του Ερζιντζάν δεν ήταν λειτουργικό και έπρεπε να προσγειωθούμε στο Ερζερούμ, πολλά χιλιόμετρα ανατολικότερα. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να διασχίσουμε οδικώς μια απόσταση περίπου 200 χιλιομέτρων σε ορεινό περιβάλλον. Προς στιγμή σκεφθήκαμε να εγκαταλείψουμε και να επιστρέψουμε. Αλλά αυτή η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Τελικά αυτή η εξέλιξη αποδείχτηκε κοπιώδης αλλά αβλαβής. Ουδείς μας ενόχλησε, ο τοπικός πληθυσμός στα χωριά και τους οικισμούς που διασχίσαμε επί τρίωρο ήταν ήσυχος, έδειχνε μάλλον ενήμερος για το ποιοί ήμασταν και ποιός ήταν ο σκοπός μας.
Στο Ερζιντζάν μας πήρε λίγο χρόνο να έρθουμε σε επαφή με τοπικές αρχές και να ενσωματωθούμε στο γενικό σχεδιασμό αναζήτησης και διάσωσης εγκλωβισμένων. Σε κάθε μία μέρα της παραμονής μας αναλαμβάναμε κτίρια που μας υποδείκνυαν οι αρχές, αν και ο συντονισμός, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν ήταν εξαιρετικός. Ανακαλώ στη μνήμη μου δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Στην πρώτη, λάβαμε την πληροφορία ότι σε κατοικία με ισόγειο και δύο ορόφους, είχε εγκλωβιστεί ένα νήπιο λόγω της κατάρρευσης. Η υπόλοιπη οικογένεια είχε διασωθεί. Η προσπάθεια εντοπισμού κράτησε μια ολόκληρη μέρα γιατί έπρεπε να βρεθεί γερανοφόρο όχημα προκειμένου να απομακρύνει με ασφάλεια τους μεγάλους όγκους υλικών (μπετόν κλπ) που κάλυπταν το πιθανό σημείο εγκλωβισμού. Μετά από πολλές ώρες η ομάδα της ΕΜΑΚ πραγματοποίησε οριζόντια διείσδυση μέσα στο ερείπιο. Μαζί τους σύρθηκα και εγώ φωτογραφίζοντας την εξαιρετική τους προσπάθεια. Ένας ισχυρός μετασεισμός προκάλεσε ολιγόλεπτη διακοπή της προσπάθειας. Τελικά το νήπιο βρέθηκε καταπλακωμένο και νεκρό (Εικόνα 1). Η συγκίνησή μας υπήρξε απερίγραπτη. Αν και οι διασώστες δεν έχουν ως σκοπό την ανάσυρση νεκρών, αλλά τη διάσωση ζώντων, αποφασίστηκε να ανασυρθεί το νεκρό κορμάκι του νηπίου και να αποδωθεί στους γονείς του που περίμεναν υπομονετικά επί ώρες.
Επιχείρηση της ΕΜΑΚ (με κίτρινα κράνη) στο κατεστραμμένο κτίριο της σχολής νοσηλευτριών (φωτογραφία Γεράσιμου Παπαδόπουλου).
Στο δεύτερο περιστατικό η επιχείρηση έγινε σε πενταώροφο κτίριο σχολής νοσηλευτριών που είχε καταρρεύσει πλήρως (Εικόνα 2). Ο κάθε ένας από τους ορόφους είχε καταπλακωθεί από τους υπερκείμενους ορόφους, σχηματίζοντας ένα «τσιμεντένιο σάντουιτς» πολλών στρώσεων. Αυτή η δομή των ερειπίων καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη διείσδυση μέσα στο καταστραμμένο κτίριο προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αναζήτηση εγκλωβισμένων (Εικόνα 3). Δυστυχώς, η πολύωρη προσπάθεια απέβη άκαρπη. Μετά την επιστροφή μας, μάθαμε ότι τη 13η μέρα από το σεισμό, βρέθηκε ζωντανό ένα άτομο στο υπόγειο του ίδιου κτιρίου.
Κατά την παραμονή μας στη σεισμόπληκτη περιοχή αντιμετωπίσαμε αντίξοες συνθήκες. Η περιοχή αποτελεί οροπέδιο με υψόμετρο περίπου 1500 μέτρων. Πολλά σημεία ήταν χιονισμένα. Το βράδυ η θερμοκρασία έπεφτε στους -15 βαθμούς ή και χαμηλότερα. Οι επικοινωνίες με τις υπηρεσίες στην Αθήνα και με τις οικογένειές μας γινόντουσαν μέσω των ραδιοερασιτεχνών. Τρώγαμε γαλέτα και κονσέρβες. Για τον ύπνο επιλέξαμε ένα γερό δημόσιο κτίριο με μεγάλο χώρο στο ισόγειο όπου τα βράδια απλώναμε τους σάκους ύπνου. Αφήναμε ανοιχτή την πόρτα εξόδου για γρήγορη διαφυγή σε περίπτωση νέου ισχυρού σεισμού. Αλλά αυτή η λύση δεν ήταν ακίνδυνη. Πάντα παραμόνευε ο κίνδυνος επίθεσης με σκοπό τη ληστεία. Γιαυτό βάλαμε το Δία να φυλάει την πόρτα εξόδου. Ένα βράδυ αυτό το μοναδικό λυκόσκυλο άρχισε να γαβγίζει παρατεταμένα. Ήταν ένας γείτονας που έμαθε ότι έχουμε γιατρούς μαζί μας και ήρθε να ζητήσει βοήθεια για την εγκυμονούσα γυναίκα του.
Οι εμπειρίες από αυτή την αποστολή είναι μοναδικές. Ουδείς με υποχρέωσε να συμμετάσχω. Εξάλλου ένας σεισμολόγος ασχολείται με την μελέτη και την ερμηνεία των σχετικών φαινομένων. Παρ’ όλα αυτά, επιθυμούσα να διαπιστώσω από κοντά τις πολυποικίλες διαστάσεις τέτοιων αποστολών. Εκεί διαπίστωσα τον ανείπωτο ανθρώπινο πόνο που καταλαμβάνει μια σεισμόπληκτη περιοχή που έχει υποστεί εκτεταμένη καταστροφή. Εκεί θαύμασα την εξαιρετική ΕΜΑΚ, τους γιατρούς και νοσηλευτές του ΕΚΑΒ. Εκεί διαπίστωσα και τη μοναδική προσφορά των ραδιοερασιτεχνών. Εκεί συνάντησα τοπικούς στρατιώτες «κρυπτοχριστιανούς» που μας μίλησαν σε «σπασμένα» ελληνικά.
Διείσδυση ανδρών της ΕΜΑΚ στο κατεστραμμένο κτίριο της σχολής νοσηλευτριών (φωτογραφία Γεράσιμου Παπαδόπουλου).
Ποτέ δε μετάνοιωσα για την απόφασή μου να συμμετάσχω σε μια τέτοια σπουδαία αποστολή. Πάντα αισθάνομαι βαθιά ικανοποίηση για όλα αυτά που αποκόμισα. Εξάλλου αυτές οι εμπερίες με βοήθησαν αργότερα όταν υπήρξα μέλος της διοίκησης του ΟΑΣΠ αλλά και στην πολυετή συνεργασία μου με την UNESCO. Aισθάνομαι ικανοποίηση και για το γεγονός ότι έστω και κατ΄ολίγον συνέβαλα στην έναρξη της διπλωματίας των σεισμών με τη χώρα της Τουρκίας. Ένας τομέας της διπλωματίας που έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά το φοβερό σεισμό, μεγέθους 7,5, τον Αύγουστο του 1999 στη θάλασα του Μαρμαρά με περίπου 20000 θυμάτων. Τότε, πέραν της ανθρωπιστικής βοήθειας αναπτύχθηκε και επιστημονική συνεργασία, στην οποία μπορώ να υποστηρίξω ότι πρωταγωνίστησα. Γιαυτό το θέμα ίσως μπορέσουμε να αναφερθούμε σε άλλο σημείωμα.
(Ο Δρ Γεράσιμος Παπαδόπουλος είναι Σεισμολόγος, Πρόεδρος του SafeGreece, Μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, Επιστημονικός συνεργάτης της UNESCO)































