Πόσα χρόνια χωρίζουν τη νιότη από το γήρας; Σίγουρα όχι μόνο δέκα. Αλλοίμονο αν γερνούσαμε τόσο γρήγορα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με την πολιτική νιότη. Στην πολιτική δέκα χρόνια είναι ένας αιώνας. Ένα παράδειγμα είναι τα δέκα χρόνια από την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ στις 10 Ιανουαρίου του 2015. Καταρχάς αυτή η εκλογή του εμφανώς έγινε για να νικηθεί ο Τσίπρας και όχι γιατί οι απόψεις του μιλούσαν στην καρδιά των υποστηρικτών της ΝΔ. Έγινε ό,τι και το 1996 στο ΠΑΣΟΚ με τον Σημίτη. Τα μέλη του ΠΑΣΟΚ ήταν σε απόσταση από την κοσμοαντίληψη του Κώστα Σημίτη, αλλά διέβλεπαν πολύ σωστά πως μόνο αυτός μπορούσε να τους κρατήσει στην εξουσία. Στη ΝΔ πίστεψαν πως η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να τους επαναφέρει στην εξουσία. Στη δυναμική του Αλέξη Τσίπρα φάνταζε πως μόνο αυτός μπορούσε να δώσει απάντηση. Ένας σχετικά νέος πολιτικός άνδρας με ιδέες που ξεπερνούσαν το αποστεωμένο πολιτικό κλίμα που κυριαρχούσε στη ΝΔ, ερχόταν με δυναμική που ξεπερνούσε το κόμμα του. Έτσι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλέχθηκε ως ο μόνος που μπορούσε να νικήσει τον Τσίπρα.
Ο φιλελεύθερος Μητσοτάκης εξέπεμπε ένα πνεύμα ανανέωσης του χώρου του σε τρία επίπεδα. Ως φιλελεύθερος φαινόταν να υποστηρίζει το πρωτείο της ελευθερίας του ατόμου έναντι των δεσμεύσεων στον κοινοτισμό, ατομικισμός αντί ορθοδοξίας που ήταν το DNA της ΝΔ. Δεύτερον, φαινόταν να είναι φανατικός υποστηρικτής της διάκρισης και της ισορροπίας των εξουσιών ως αναγκαία απάντηση στην ενύπαρκτη τάση της εξουσίας προς τον ολοκληρωτισμό. Και τρίτον, φαινόταν να πιστεύει πως όσο δεν επιτρέπεται η οικονομική εξουσία να υποκαθιστά και να καταλαμβάνει το χώρο της πολιτικής, τόσο και η πολιτική δεν πρέπει να υποκαθιστά την επιχειρηματικότητα και την οικονομική εξουσία. Αυτά τα τρία στοιχεία όμως δεν ήταν μόνο φιλελεύθερα, ήταν και πυλώνες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Ο «κίνδυνος» να καλύψει η ΝΔ του κύριου Μητσοτάκη και τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο ήταν περισσότερο από εμφανής. Και στην περίπτωση αυτού που ονομάστηκε χώρος του ακραίου Κέντρου, αυτό πράγματι συνέβη. Μόνο που αυτοί οι «ακροκεντρώοι» ή επί το ορθότερο νεοδεξιοί, όταν η κυβερνητική του θητεία διέψευσε όλα αυτά, δεν τον εγκατέλειψαν. Έγιναν μάλιστα πιο δεξιοί και από τους παλαιούς συντηρητικούς, αλλά δημοκράτες δεξιούς. Υπουργοί τύπου Φλωρίδη μαρτυρούν για το αληθές αυτής της θέσης. Αντί των τριών στοιχείων που προανέφερα είχαμε τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την προσπάθεια συγκάλυψης των Τεμπών, την απόλυτη μονομέρεια και διαφθορά στο σύστημα διανομής των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης, την αναδιανομή μέσω της έμμεσης αλλά και της άμεσης φορολογίας υπέρ των οικονομικών ολιγαρχών, τον αυταρχισμό και τη συγκέντρωση των εξουσιών στο επιτελικό κράτος, το οποίο στην ουσία είναι ένα πρωθυπουργικοκεντρικό κράτος.
Δεν κάνω ποτέ δίκες προθέσεων, έτσι και αυτή τη φορά δεν θα μπω στην αδιέξοδη συζήτηση, αν ο πραγματικός Μητσοτάκης ήταν ο υποψήφιος για την αρχηγία της ΝΔ πολιτικός, ή αν είναι αυτός που κυβερνά σήμερα, αν ο πραγματικός Μητσοτάκης ήταν ο φιλελεύθερος υποψήφιος ή ο σημερινός πρωθυπουργός. Γι’ αυτό και δεν βάζω τον χαρακτηρισμό του ως φιλελεύθερο σε εισαγωγικά. Ούτε θα παραβλέψω πως η εξουσία «διαφθείρει» τους πάντες, αλλά και πως είναι πολύ πιο δύσκολο να κυβερνάς από το να αντιπολιτεύεσαι ή ακόμη περισσότερο από το να αναλύεις τις πολιτικές εξελίξεις από την σίγουρη θέση του παρατηρητή. Αλλά σήμερα παρουσιάζονται ως μεταρρυθμίσεις η δήθεν βούληση των εργαζόμενων να εργάζονται 13άωρα, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας ως αποτέλεσμα της μείωσης του εργατικού κόστους (πουθενά στον κόσμο οι μέσοι μισθοί δεν είναι τόσο κοντά στον κατώτερο) και όχι ως αποτέλεσμα της αύξησης των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, η μείωση της φορολογίας για τα υψηλότερα εισοδήματα. Αυτό δείχνει πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει προσχωρήσει εντελώς στην αντίληψη που υποστηρίζει πως οι κυβερνήσεις πρέπει να μικρύνουν ως προς την κοινωνική τους διάσταση και να μεγαλώνουν όσον αφορά την ανάληψη δράσεων που θα διευκολύνουν τον ιδιωτικό τομέα να παραμείνει επικερδής και σταθερός. Μια κυβέρνηση που είναι κατά του κράτους ως προς τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά υπέρ των κρατικών παρεμβάσεων, όταν το ζήτημα αφορά τη διευκόλυνση συσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή πολιτικές με μεγάλα οφέλη για τα μεγαλύτερα εισοδήματα. Βεβαίως αυτό δεν γίνεται επειδή οι κυβερνώντες μας και ο κύριος Μητσοτάκης θέλουν «να πεινάει ο κόσμος». Αυτή είναι μια ανόητη αντιπολίτευση. Κανείς πρωθυπουργός δεν θέλει οι πολίτες να πεινούν. Πολλοί – οι περισσότεροι- κυβερνώντες όμως, συμπεριλαμβανόμενου του κυρίου Μητσοτάκη, είναι πιστοί οπαδοί της ιδέας πως όσο περισσότερος πλούτος συγκεντρώνεται στα υψηλά πατώματα, όλο και κάτι θα μείνει για τα ισόγεια και τα υπόγεια. Πιστεύουν πως όσο μεγαλύτερη είναι η πίτα, τόσο και περισσότεροι θα φάνε απ’ αυτήν. Τίποτα πιο αναληθές. Δυστυχώς η Σοσιαλδημοκρατία αλλά και η δημοκρατική ριζοσπαστική Αριστερά, σε διαφορετικές δόσεις, έχουν πέσει θύμα αυτής της αντίληψης. Όταν αποκτήσουν μια εναλλακτική αφήγηση –ιδέες υπάρχουν- θα μπορέσουν να απειλήσουν τη διαφαινόμενη συνεργασία της νεοδεξιάς με την Ακροδεξιά.
(O Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ κοινωνιολογίας)

























