Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε (ξανά) ότι η απάντηση σε ένα γεωπολιτικό αδιέξοδο είναι περισσότερα χρήματα.
Με νέα πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία εγγυήσεις, δάνεια και στρατιωτική βοήθεια, η συνολική ευρωπαϊκή εμπλοκή στον πόλεμο έχει ξεπεράσει πλέον τα 170 δισ. ευρώ σε κάθε μορφή είτε οικονομική, δημοσιονομική, ανθρωπιστική και στρατιωτική.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εξωτερική χρηματοδότηση πολέμου στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και εδώ γεννιέται το βασικό ερώτημα:
Γιατί η Ευρώπη συνεχίζει να πληρώνει, αλλά αποφεύγει να μιλήσει;
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε κατάρρευση. Βρίσκεται όμως σε μακροχρόνια στασιμότητα. Πριν από δύο δεκαετίες παρήγαγε σχεδόν το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σήμερα το μερίδιό της έχει υποχωρήσει κοντά στο 14% Η απώλεια δεν είναι στιγμιαία· είναι διαρθρωτική.
Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη κινείται γύρω στο 1%, η βιομηχανική παραγωγή, ιδίως στη Γερμανία , υποχωρεί, ενώ το ενεργειακό κόστος παραμένει πολλαπλάσιο σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ασία. Η ανταγωνιστικότητα δεν καταρρέει, αλλά διαβρώνεται σταθερά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη επιλέγει να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες. Το 2024 οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν περίπου 343 δισ. ευρώ για άμυνα, δηλαδή σχεδόν 1,9% του ΑΕΠ, με προοπτική περαιτέρω αύξησης. Δεν πρόκειται για οικονομική αυτοκτονία. Πρόκειται όμως για στρατηγική επιλογή με βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κόστος.
Τι πραγματικά έχει δώσει η Ευρώπη στην Ουκρανία
Η συνολική βοήθεια της ΕΕ και των κρατών-μελών προς την Ουκρανία ξεπερνά τα 170 δισ. ευρώ.
Στρατιωτική βοήθεια, περίπου 65–70 δισ. ευρώ, κυρίως από τα κράτη-μέλη, με ένα μικρότερο μέρος μέσω του European Peace Facility.
Οικονομική και δημοσιονομική στήριξη, δεκάδες δισ. για τη λειτουργία του ουκρανικού κράτους.
Ukraine Facility, δέσμευση 50 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι δάνεια με εγγύηση της ΕΕ, όχι δωρεές.
Δεν είναι όλα “χαμένα λεφτά”, αλλά είναι χρήματα που η Ευρώπη δεσμεύεται να στηρίξει σε βάθος χρόνου, αναλαμβάνοντας και τον κίνδυνο μη αποπληρωμής.
Ποιος πληρώνει τι
Η κατανομή δεν είναι ισότιμη.
Η Γερμανία πάνω από 25 δισ. ευρώ σε κάθε μορφή βοήθειας. Η Γαλλία σαφώς μικρότερη συνεισφορά, περίπου €2,2 δισ. μέχρι τώρα. Η Ιταλία επίσης έχει περιορισμένη συνεισφορά σε σχέση με το ΑΕΠ της,€3 δισ. σε στρατιωτική βοήθεια
Από την άλλη η Ελλάδα δίνει μικρή άμεση βοήθεια, αλλά με συμμετοχή σε εγγυήσεις και κοινό δανεισμό, που μεταφράζεται σε μελλοντικό ρίσκο (υπολογίζεται περίπου σε €2,8 δισ. εγγυήσεις).Η πραγματικότητα είναι ότι η βόρεια Ευρώπη πληρώνει περισσότερα, ενώ ολόκληρη η Ένωση αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος.
Τι σημαίνουν πρακτικά αυτοί οι αριθμοί;
Η Ευρώπη έχει ήδη διαθέσει ποσά εντυπωσιακά υψηλά, αλλά αυτά δεν είναι απλά «προβλέψεις» είναι δεσμεύσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί ή καταβληθεί.
Η Γερμανία πληρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο, ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία έχουν πολύ μικρότερη συνεισφορά σε σχέση με το μέγεθος τους ,παρά την εικόνα ότι υποστηρίζουν μαζικά τον πόλεμο.
Η Ελλάδα, μια μικρή οικονομία, «φέρει» εκατοντάδες εκατομμύρια ως εγγυήσεις, ενώ αντιμετωπίζει δομικά προβλήματα σε υγεία, δημόσια έργα, μεταναστευτικό και άλλες ανάγκες.
Για σύγκριση, ο συνολικός προϋπολογισμός της ΕΕ είναι περίπου €1,3 τρισ. ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι η βοήθεια προς την Ουκρανία αντιστοιχεί σε ποσοστό σημαντικό, αλλά όχι γιγάντιο του συνολικού ευρωπαϊκού οικονομικού βάρους.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας πόλεμος χωρίς ρεαλιστική έξοδο. Η Ουκρανία δεν κερδίζει και δεν καταρρέει λόγω της εξωτερικής βοήθειας. Ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς, όπου η Ρωσία διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα πυρομαχικών και στρατηγικό βάθος χρόνου.
Η Ευρώπη το γνωρίζει. Το παραδέχεται έμμεσα, αφού δεν συζητά σοβαρά την αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων, ούτε μπορεί να επανεξοπλιστεί γρήγορα σε επίπεδα που να αλλάξουν ριζικά την ισορροπία. Και όμως, επιλέγει να συνεχίζει.
Γιατί δεν μιλάει με τον Πούτιν;
Επισήμως, η απάντηση είναι ότι η Ρωσία θέτει ως προϋπόθεση για διαπραγματεύσεις εδαφικές παραχωρήσεις, κάτι που η ΕΕ θεωρεί απαράδεκτο.
Ανεπισήμως, υπάρχει κάτι βαθύτερο. Η Ευρώπη δεν έχει ενιαία φωνή, ούτε πραγματική στρατηγική αυτονομία. Εξαρτάται στρατιωτικά από τις ΗΠΑ και πολιτικά από τη συνοχή της συμμαχίας. Έτσι, επιλέγει το ασφαλές μονοπάτι που είναι χρηματοδότηση αντί πολιτικής πρωτοβουλίας.
Οι αμυντικές βιομηχανίες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ επωφελούνται ξεκάθαρα από την κατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος γίνεται μόνο για αυτές αλλά σημαίνει ότι δημιουργείται ένα ισχυρό πλέγμα συμφερόντων γύρω από τη συνέχισή του.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Ευρώπης η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται, η πολιτική καταστολή σκληραίνει και η δημοκρατία περιορίζεται στο όνομα της «ασφάλειας».
Το ερώτημα που δεν απαντάται
Αν η Ευρώπη δεν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά, δεν θέλει να πολεμήσει η ίδια, και γνωρίζει ότι η οικονομία της δεν αντέχει έναν πόλεμο χωρίς τέλος, τότε γιατί δεν ανοίγει τώρα έναν σοβαρό, ευρωπαϊκό διάλογο με τη Ρωσία! Όχι από αδυναμία. Αλλά από ρεαλισμό. Γιατί κάθε μήνας που περνά δεν φέρνει τη νίκη πιο κοντά. Φέρνει μόνο μεγαλύτερο λογαριασμό.
Και αυτός ο λογαριασμός, όπως πάντα, δεν θα πληρωθεί από τις βιομηχανίες ή τις συνόδους κορυφής. Θα πληρωθεί από τους λαούς.
Πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Συμβούλιο της ΕΕ, EEAS, Eurostat, IMF, World Bank, SIPRI, Kiel Institute
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια)



























