Η τεχνητή νοημοσύνη έχει μετατραπεί στο πιο καυτό αφήγημα της παγκόσμιας οικονομίας. Οι επενδύσεις, οι αποτιμήσεις και οι δημόσιες δηλώσεις των τεχνολογικών κολοσσών δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που θυμίζει την πρώτη διαδικτυακή έκρηξη στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Τότε, η υπόσχεση του διαδικτύου δημιούργησε ένα επενδυτικό κύμα χωρίς προηγούμενο, που κατέληξε σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές φούσκες της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας. Η εμπειρία της επενδυτικής κρίσης του dot-com αποτελεί ίσως το πιο διδακτικό παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην τεχνολογική υπόσχεση και την οικονομική πραγματικότητα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η προοπτική του διαδικτύου ως επαναστατικής δύναμης για το εμπόριο, την επικοινωνία και την πληροφόρηση γέννησε μια πρωτοφανή επενδυτική φρενίτιδα. Χιλιάδες εταιρείες με ασαφή επιχειρηματικά μοντέλα, αλλά με κατάληξη “.com”, προσέλκυσαν τεράστια κεφάλαια, βασισμένες περισσότερο σε προσδοκίες παρά σε πραγματικά έσοδα. Η λογική της αγοράς μετατράπηκε από αξιολόγηση σε φαντασίωση: η υπόσχεση της «νέας οικονομίας» έγινε από μόνη της λόγος επένδυσης. Το 2000, όταν οι επενδυτές συνειδητοποίησαν ότι η μαζική αυτή καινοτομία δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε βιώσιμη κερδοφορία, η φούσκα έσπασε. Ο δείκτης Nasdaq έχασε σχεδόν το 80% της αξίας του μέσα σε δύο χρόνια, και εκατοντάδες εταιρείες κατέρρευσαν.
Σήμερα κάθε εταιρεία που ενσωματώνει ΤΝ αποκτά υπεραξία, κάθε startup υπόσχεται ανατροπές και κάθε επενδυτικό ταμείο αναζητά την «επόμενη OpenAI». Από τη βιομηχανία και την υγεία έως τον χρηματοοικονομικό τομέα, όλοι δηλώνουν έτοιμοι να αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες.
Όμως, πίσω από τον ενθουσιασμό αρχίζουν να διαφαίνονται ρωγμές. Τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι η υπερβολή των προσδοκιών ξεπερνά τα πραγματικά έσοδα. Λίγες εταιρείες έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την ΤΝ σε σταθερή κερδοφορία. Το υψηλό κόστος ανάπτυξης, η τεράστια ενεργειακή κατανάλωση και η εξάρτηση από σπάνιες πρώτες ύλες και ελάχιστους παρόχους υποδομών περιορίζουν την κλίμακα. Σαν να βλέπουμε ξανά το σενάριο της dot-com εποχής, όταν οι αγορές επένδυαν σε ένα μέλλον που δεν είχε ακόμη ωριμάσει.
Όπως είναι φυσικό, οι άνθρωποι δεν έχουν ενιαία στάση απέναντι σε αυτή την επερχόμενη τεχνολογική ανάπτυξη. Υπάρχουν οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι. Ο Νούριελ Ρουμπινί, στο βιβλίο του «Οι δέκα υπεραπειλές για το μέλλον μας και πώς να επιβιώσουμε» (2024), προειδοποιεί ότι η άνθηση της ΤΝ μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για την ανθρωπότητα. Ο Στίβεν Χόκινγκ σε συνέντευξη του είχε ήδη εκφράσει την ανησυχία ότι μια πλήρως αυτόνομη ΤΝ θα μπορούσε να σημάνει το τέλος του ανθρώπινου είδους, καθώς οι βιολογικοί ρυθμοί εξέλιξης δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν τους αλγοριθμικούς.
Οι αισιόδοξοι, αντίθετα, επισημαίνουν ότι η ΤΝ λειτουργεί μόνο με βάση δεδομένα και γνώσεις που ο άνθρωπος της μεταφέρει. Η Έλενα Εσποζίτο (2022), στο «Artificial Communication», σημειώνει πως οι αλγόριθμοι δεν μαθαίνουν να σκέφτονται, αλλά να επικοινωνούν — να παράγουν απαντήσεις μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Δεν αποκτούν επίγνωση· απλώς βελτιώνουν την απόδοσή τους μέσω εκπαίδευσης.
Αυτή η αντιπαράθεση δεν είναι καινούργια. Στην ουσία, επαναλαμβάνει έναν διαχρονικό ανθρώπινο φόβο: τον φόβο της αντικατάστασης. Κάτι ανάλογο συνέβη στη Βιομηχανική Επανάσταση, όταν το κίνημα των Λουδιτών στην Αγγλία του 19ου αιώνα επιτέθηκε στα εργοστάσια και κατέστρεψε τις νέες μηχανές ύφανσης. Οι Λουδίτες δεν ήταν εχθροί της τεχνολογίας, αλλά θύματα μιας κοινωνίας που δεν προσαρμόστηκε αρκετά γρήγορα. Η ιστορία απέδειξε πως η αντίσταση στην καινοτομία δεν τη σταματά· απλώς καθιστά αναγκαία μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην πρόοδο και την κοινωνική προστασία.
Όπως τότε η κοινωνία δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στις μηχανές, έτσι και σήμερα η οικονομική σκέψη διχάζεται ανάμεσα στους οικονομολόγους και τους τεχνολόγους. Οι πρώτοι υποστηρίζουν ότι, παρά τις επενδύσεις-μαμούθ, η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στην πραγματική παραγωγικότητα ούτε έχει επιφέρει αντίστοιχη οικονομική ανάπτυξη. Οι δεύτεροι απαντούν πως η αλλαγή βρίσκεται μόλις στην αρχή — ότι η ΤΝ είναι μια τεχνολογική υποδομή, όπως κάποτε το ηλεκτρικό ρεύμα ή το διαδίκτυο, και πως τα οφέλη της θα φανούν σταδιακά, σε βάθος χρόνου. Αυτή η διαφορά οπτικής δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και φιλοσοφική: αφορά τον τρόπο με τον οποίο μετράμε την πρόοδο και αξιολογούμε την καινοτομία.
Σε κάθε περίπτωση, η ΤΝ δεν είναι απλώς μια μόδα. Ήδη αλλάζει τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων, επιτρέποντας την ανάλυση τεράστιων όγκων δεδομένων και τη δημιουργία «ζωντανών» στρατηγικών που αναπροσαρμόζονται σε πραγματικό χρόνο. Οι αλγόριθμοι προβλέπουν τάσεις, ανιχνεύουν πρότυπα και μειώνουν τον χρόνο απόκρισης σε περιόδους μεταβλητότητας. Όμως αυτή η ίδια πολυπλοκότητα γεννά ανησυχίες: αδιαφάνεια, κίνδυνο προκατάληψης στα δεδομένα, έλλειψη ελέγχου και υπερβολική εμπιστοσύνη σε «μαύρα κουτιά» που λειτουργούν πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση.
Οι φούσκες, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, δεν δημιουργούνται επειδή μια τεχνολογία είναι ψευδής, αλλά επειδή η αγορά υπερεκτιμά τον ρυθμό και το εύρος της υιοθέτησής της. Το διαδίκτυο ήταν πραγματικό, αλλά οι αγορές του 2000 το αποτίμησαν σαν να είχε ήδη αλλάξει τον κόσμο — όταν ακόμα βρισκόταν στα πρώτα του βήματα. Η τεχνητή νοημοσύνη ίσως να βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο: ανάμεσα στη θεμελιώδη καινοτομία και στην υπερβολή των αποτιμήσεων.
Τα πρώτα σημάδια ρύθμισης δείχνουν ότι η ωρίμανση έχει ξεκινήσει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει το πρώτο ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ οι ίδιες οι εταιρείες στρέφονται σε εφαρμογές με σαφές επιχειρησιακό όφελος και προτεραιότητα στη διαφάνεια. Οι επιχειρήσεις που θα επιβιώσουν δεν θα είναι εκείνες που απλώς «πουλούν» το όνομα της ΤΝ, αλλά όσες κατορθώσουν να τη συνδέσουν με πραγματική παραγωγικότητα, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πανάκεια ούτε απάτη. Είναι ένα νέο στάδιο προσαρμογής. Οι φούσκες σπάνε, αλλά οι τεχνολογίες που τις προκαλούν μένουν — αρκεί να τις καθοδηγεί η ανθρώπινη κρίση. Ο Μουσταφά Σουλεϊμάν, στο «Επερχόμενο Κύμα» (2024), υπενθυμίζει ότι η τεχνολογία πρέπει να σχεδιάζεται με γνώμονα τον άνθρωπο, τις ανάγκες του και τις ελπίδες του. Η πραγματική πρόοδος δεν είναι τεχνική, αλλά ηθική: να χρησιμοποιούμε τα εργαλεία μας χωρίς να χάνουμε τον έλεγχο επάνω τους.
Η πρόοδος αυτή θέτει πλέον όχι μόνο οικονομικά αλλά και γνωσιολογικά όρια. Τα ερωτήματα πληθαίνουν: θα αυξήσει την παραγωγικότητα ή θα επιτείνει τις ανισότητες; Θα ενισχύσει τη λήψη αποφάσεων ή θα μεταφέρει τη δύναμη στους αλγορίθμους; Ο Χαράρι προειδοποιεί ότι ίσως πλησιάζουμε σε ένα σημείο όπου η πολυπλοκότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων θα ξεπεράσει την ανθρώπινη κατανόηση. Αν αυτό συμβεί, η φούσκα της ΤΝ δεν θα είναι μόνο οικονομική — θα είναι και γνωσιολογική.
Η συζήτηση, λοιπόν, για τη φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αφορά μόνο την αγορά. Είναι αντανάκλαση του διαχρονικού μας διλήμματος απέναντι στην πρόοδο: φόβος ή προσαρμογή. Όπως και οι Λουδίτες πριν δύο αιώνες, έχουμε την επιλογή είτε να πολεμήσουμε το νέο είτε να το διαμορφώσουμε. Το στοίχημα της εποχής μας είναι να κάνουμε το δεύτερο.
(Ο Γιώργος Μπαλάφας είναι Περιφερειακός Σύμβουλος Αττικής και μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ)




























