Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ απέρριψε ενδικοφανή προσφυγή επιχείρησης χονδρικού εμπορίου ένδυσης και υποδημάτων στη Θεσσαλονίκη, επικυρώνοντας τους φορολογικούς καταλογισμούς που είχαν επιβληθεί έπειτα από έλεγχο για λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων από εταιρεία η οποία κρίθηκε ότι λειτουργούσε μόνο τυπικά, χωρίς πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η υπόθεση αφορά φορολογικό έλεγχο για τη χρήση του 2019, ο οποίος ξεκίνησε μετά από πληροφοριακό δελτίο της ΥΕΔΔΕ Θεσσαλονίκης και έρευνα γύρω από τη δραστηριότητα της εταιρείας. Σύμφωνα με τα πορίσματα του ελέγχου, η συγκεκριμένη εταιρεία εμφανιζόταν να εκδίδει τιμολόγια προς σειρά επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα επιχείρηση, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τα χαρακτηριστικά που θα δικαιολογούσαν την πραγματική λειτουργία της.
Η προσφεύγουσα επιχείρηση υποστήριξε ότι οι συναλλαγές ήταν πραγματικές, σημειώνοντας ότι τα εμπορεύματα παραλαμβάνονταν, καταχωρούνταν κανονικά στα βιβλία, μεταπωλούνταν στην αγορά και ότι οι πληρωμές πραγματοποιούνταν μέσω τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, υποστήριξε ότι είχε ελέγξει τον προμηθευτή ως προς την ύπαρξη ΑΦΜ, έδρας και λοιπών στοιχείων και συνεπώς ενήργησε καλόπιστα. Επίσης ανέφερε ότι, ακόμη και αν υπήρχε πρόβλημα ως προς την προέλευση των εμπορευμάτων, αυτό θα μπορούσε να συνδέεται με ύπαρξη υποκρυπτόμενου προσώπου και όχι με ανύπαρκτες συναλλαγές.
Ωστόσο, η ΔΕΔ υιοθέτησε πλήρως τα ευρήματα των ελεγκτικών αρχών, σύμφωνα με τα οποία η εκδότρια εταιρεία δεν διέθετε πραγματική επιχειρηματική υποδομή. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε λειτουργική έδρα, προσωπικό, εξοπλισμός, μεταφορικά μέσα ή αποθέματα, ενώ δεν είχαν καταγραφεί οι απαραίτητες αγορές, εισαγωγές ή ενδοκοινοτικές αποκτήσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις πωλήσεις που εμφανίζονταν στα φορολογικά στοιχεία. Παράλληλα, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη τεχνογνωσία και οργανωτική δομή ώστε η εταιρεία να μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες ή να διακινεί τα εμπορεύματα που αναγράφονταν στα παραστατικά.
Κομβικό στοιχείο της απόφασης αποτέλεσαν και οι διαπιστώσεις για τη διαχείριση των τραπεζικών κινήσεων. Σύμφωνα με τον έλεγχο, τα ποσά που κατατίθεντο στους λογαριασμούς της εταιρείας αναλαμβάνονταν άμεσα και δεν χρησιμοποιούνταν για λειτουργικές ανάγκες ή εξόφληση προμηθευτών, με τις αρχές να εκτιμούν ότι οι κινήσεις αυτές αποσκοπούσαν στη δημιουργία εικόνας πραγματικών συναλλαγών και στην ενίσχυση της νομιμοφάνειας των παραστατικών.
Βαρύνουσα σημασία είχαν και οι καταθέσεις του διαχειριστή της εταιρείας, ο οποίος φέρεται να παραδέχθηκε ότι δεν διέθετε επιχειρηματική εμπειρία ή τεχνογνωσία για τις δραστηριότητες που εμφανιζόταν ότι ασκούσε η επιχείρηση. Στην απόφαση καταγράφεται ακόμη ότι ο ίδιος περιέγραψε διαδικασία ανάληψης χρημάτων από λογαριασμούς της εταιρείας και παράδοσής τους σε τρίτα πρόσωπα, ενώ ανέφερε ότι οι προσλήψεις και οι συμβάσεις πραγματοποιούνταν τυπικά ώστε να δημιουργείται εικόνα ενεργής λειτουργίας.
Η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι η εταιρεία, παρότι ήταν φορολογικά υπαρκτή καθώς διέθετε ΑΦΜ και είχε δηλώσει έναρξη δραστηριότητας, ήταν στην πράξη «συναλλακτικά ανύπαρκτη», λειτουργώντας αποκλειστικά για έκδοση και λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων. Με βάση αυτό το συμπέρασμα κρίθηκε ότι και τα παραστατικά που έλαβε η προσφεύγουσα επιχείρηση αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές.



























