Σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-μέλη για τον καθορισμό των κανόνων πρόσβασης στις πληροφορίες πραγματικών δικαιούχων αφήνει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-684/24 και C-685/24, οι οποίες αφορούσαν το καθεστώς διαφάνειας για καταπιστευματικά σχήματα και παρεμφερείς δομές στην Ιταλία.
Η υπόθεση προέκυψε έπειτα από προσφυγές ιταλικών εταιρειών καταπιστευτικής διαχείρισης, οι οποίες αμφισβήτησαν την υπαγωγή συγκεκριμένων συμβάσεων καταπιστευματικής διαχείρισης («mandato fiduciario») στο καθεστώς υποχρεωτικής γνωστοποίησης στοιχείων πραγματικών δικαιούχων, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Στο επίκεντρο της απόφασης βρέθηκε το άρθρο 31 της Οδηγίας 2015/849, το οποίο επεκτείνει τις υποχρεώσεις διαφάνειας όχι μόνο στα trusts αλλά και σε άλλα νομικά μορφώματα που έχουν «δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς» με αυτά. Ωστόσο, το ίδιο το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν δίνει εξαντλητικό ορισμό αυτών των μορφωμάτων. Αντίθετα, αναθέτει στα κράτη-μέλη να προσδιορίζουν ποια σχήματα εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, με βάση τα χαρακτηριστικά του εθνικού δικαίου τους.
Το ΔΕΕ υπογράμμισε ουσιαστικά ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιβάλλει ενιαίο μοντέλο εφαρμογής σε όλα τα κράτη της ΕΕ, αλλά αφήνει σημαντικό περιθώριο εθνικής προσαρμογής. Η ίδια η οδηγία αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών ως προς τα είδη των trusts και των παρεμφερών νομικών μορφωμάτων και γι’ αυτό αναθέτει στα κράτη-μέλη να καθορίζουν τα σχετικά χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις υπαγωγής.
Αντίστοιχη ευχέρεια αναγνωρίζεται και ως προς την πρόσβαση τρίτων στα μητρώα πραγματικών δικαιούχων. Η οδηγία προβλέπει ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση εφόσον αποδεικνύουν «έννομο συμφέρον», χωρίς όμως να παρέχει ενιαίο ευρωπαϊκό ορισμό της έννοιας αυτής. Αντιθέτως, επισημαίνει ότι ο καθορισμός του «εννόμου συμφέροντος» αποτελεί ευθύνη των κρατών-μελών.
Μάλιστα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ότι οι εθνικοί ορισμοί δεν πρέπει να περιορίζονται αποκλειστικά σε εκκρεμείς δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, αλλά μπορούν να περιλαμβάνουν και προληπτικές δράσεις κατά του ξεπλύματος χρήματος, ακόμη και δραστηριότητες ερευνητικών δημοσιογράφων ή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Το ΔΕΕ υπενθύμισε επίσης ότι κάθε κράτος μπορεί να διαμορφώνει το επίπεδο διαφάνειας ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε νομικού μορφώματος, αρκεί να τηρείται η ισορροπία με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων. Η ίδια η οδηγία αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι ξεπλύματος χρήματος δεν είναι ίδιοι για όλα τα καταπιστευματικά σχήματα και ενδέχεται να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα;
Πρώτον, η Ελλάδα δεν υποχρεώνεται να εφαρμόσει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο για το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων. Μπορεί να συνεχίσει να ορίζει με εθνικούς κανόνες ποιοι θεωρούνται ότι έχουν «έννομο συμφέρον» ώστε να αποκτούν πρόσβαση στα στοιχεία. Η απόφαση ουσιαστικά ενισχύει τη δυνατότητα του Έλληνα νομοθέτη να διαμορφώνει τα κριτήρια αυτά.
Δεύτερον, επηρεάζεται το ελληνικό Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος. Μετά και τις αποφάσεις του ΔΕΕ των προηγούμενων ετών που περιόρισαν τη γενική δημόσια πρόσβαση, η νέα απόφαση επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα μπορεί να θέτει φίλτρα πρόσβασης και να απαιτεί τεκμηρίωση του ενδιαφέροντος του αιτούντος.
Τρίτον, αποκτά σημασία για δημοσιογράφους, ΜΚΟ, ερευνητές, πιστωτές και φορολογικές έρευνες. Η απόφαση λέει ότι το «έννομο συμφέρον» δεν χρειάζεται να συνδέεται αποκλειστικά με εκκρεμή δίκη ή δικαστική υπόθεση. Άρα η Ελλάδα θα μπορούσε να αναγνωρίζει πρόσβαση και για προληπτικές έρευνες κατά διαφθοράς, φοροδιαφυγής ή ξεπλύματος χρήματος, εφόσον το προβλέψει νομοθετικά.
Τέταρτον, η απόφαση μπορεί να επηρεάσει και ελληνικά καταπιστευματικά ή παρεμφερή σχήματα, αν η Ελλάδα αποφασίσει ότι ορισμένες δομές λειτουργούν όπως τα trusts. Το ΔΕΕ ουσιαστικά λέει ότι κάθε κράτος μπορεί να αποφασίζει ποια μορφώματα θεωρεί «παρεμφερή», ανάλογα με το εθνικό του δίκαιο.

































