Η κυβερνητική απόφαση να μεταθέσει για το 2028 την αναθεώρηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων διατηρεί ζωντανή μια χρόνια στρέβλωση στην κτηματαγορά, καθώς το χάσμα με τις εμπορικές τιμές παραμένει ιδιαίτερα έντονο.
Σήμερα η απόκλιση αγγίζει μεσοσταθμικά το 30%, ενώ σε περιοχές υψηλής ζήτησης - όπως η Αθήνα, τα δημοφιλή νησιά και τα μεγάλα αστικά κέντρα - το ποσοστό αυτό αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Ως αποτέλεσμα, η φορολογία και οι συναλλαγές εξακολουθούν να βασίζονται σε τιμές που δεν αντανακλούν την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Η στρέβλωση αυτή έχει διττή επίδραση: ιδιοκτήτες και αγοραστές αποφεύγουν προς το παρόν υψηλότερες επιβαρύνσεις, όμως η αναντιστοιχία μεταξύ πραγματικών και αντικειμενικών τιμών τροφοδοτεί συνθήκες ανισότητας και περιορίζει τη διαφάνεια των συναλλαγών. Η αναθεώρηση, όταν τελικά πραγματοποιηθεί, αναμένεται να επιφέρει σημαντικές αυξήσεις σε ΕΝΦΙΑ, μεταβιβαστικούς φόρους και κόστη για κάθε πράξη που σχετίζεται με μεσιτικά, συμβολαιογραφικά και κτηματολογικά γραφεία, με κίνδυνο να εντείνει την ήδη οξυμένη κρίση προσιτής κατοικίας.
Η αναβολή προσφέρει πολιτική ανάσα στην παρούσα συγκυρία, αλλά μεταθέτει για το μέλλον ένα σοκ που ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο, εάν οι εμπορικές τιμές συνεχίσουν να αυξάνονται ταχύτερα από τις κρατικά ορισμένες αξίες.
Στην Αττική, η αντικειμενική αξία των ακινήτων – σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ 2025 – ανέρχεται σε 411 δισ. ευρώ, ενώ η εμπορική εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 534 δισ. ευρώ. Η διαφορά των 123 δισ. ευρώ κατατάσσει την περιφέρεια στην κορυφή της λίστας των αποκλίσεων, με τους δήμους του Κέντρου, της Ανατολικής Αττικής και των νοτίων προαστίων να καταγράφουν τις μεγαλύτερες πιέσεις λόγω υψηλής ζήτησης από εγχώριους και διεθνείς επενδυτές.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται και στο Νότιο Αιγαίο, όπου η αντικειμενική αξία των 25,8 δισ. ευρώ υπολείπεται σημαντικά της εμπορικής, που ξεπερνά τα 33,5 δισ. ευρώ. Η «ψαλίδα» των 7,7 δισ. ευρώ αποτυπώνει την έντονη τουριστική και επενδυτική δραστηριότητα σε νησιά όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Πάρος και η Ρόδος. Στην Κρήτη, οι αντικειμενικές αξίες φτάνουν τα 42,2 δισ. ευρώ, ενώ η εμπορική αποτιμάται στα 54,9 δισ. ευρώ, με διαφορά 12,7 δισ. ευρώ, κυρίως σε περιοχές αυξημένου ενδιαφέροντος γύρω από Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο.
Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κέντρο τη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζει αντικειμενικές αξίες 101,9 δισ. ευρώ, την ώρα που οι εμπορικές εκτιμώνται άνω των 132 δισ. ευρώ. Η διαφορά των σχεδόν 30 δισ. ευρώ αντανακλά τη δυναμική ανάπτυξη της περιοχής και την καθυστέρηση προσαρμογής των κρατικών τιμών.
Αντίθετα, σε περιφέρειες όπου η αγορά κινείται πιο σταθερά, όπως η Στερεά Ελλάδα, η Ήπειρος και η Δυτική Μακεδονία, οι αποκλίσεις παραμένουν αισθητά μικρότερες. Στη Στερεά Ελλάδα, η αντικειμενική αξία ανέρχεται σε 22,8 δισ. ευρώ και η εμπορική εκτιμάται στα 29,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας την ηπιότερη διαφορά σε σύγκριση με τα μεγάλα αστικά κέντρα και τους τουριστικούς προορισμούς.
Το τοπίο, όπως διαμορφώνεται, δείχνει ότι η αναβολή των αναπροσαρμογών μπορεί να αποτρέπει βραχυπρόθεσμες αναταράξεις, ωστόσο αφήνει να συσσωρευτεί ένα εκρηκτικό μείγμα για τα επόμενα χρόνια.























