Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους συνεχίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς το ενδεχόμενο άμεσης επίτευξης συμφωνίας με την Τεχεράνη, ενώ την ίδια ώρα η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται να ανακοινώσει νέο πακέτο οικονομικών κυρώσεων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε την Παρασκευή ότι, κατά την εκτίμησή του, το Ιράν επιθυμεί μια συμφωνία, αλλά δεν έχει ακόμη αποφασίσει να αποδεχθεί τους όρους που η αμερικανική πλευρά θεωρεί απαραίτητους.
«Θα ήθελαν πολύ να συνάψουν συμφωνία, αλλά δεν είναι έτοιμοι να καταλήξουν στη σωστή συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι ΗΠΑ έχουν τον πλήρη έλεγχο της περιοχής γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων και χερσαίων περιοχών.
Νέο κύμα αμερικανικών κυρώσεων
Το επόμενο σημαντικό επεισόδιο αναμένεται τη Δευτέρα, όταν ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου για την ανακοίνωση νέων οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει προειδοποιήσει ότι πρόκειται για ένα από τα σκληρότερα πακέτα κυρώσεων που έχουν επιβληθεί ποτέ στην Ισλαμική Δημοκρατία. Οι νέες κυρώσεις ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις όχι μόνο στην ιρανική οικονομία, αλλά και σε εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης, μεταξύ των οποίων και η Κίνα.
Ο Μπέσεντ έχει ήδη καλέσει το Πεκίνο να συνεργαστεί με την Ουάσινγκτον, καθώς η αμερικανική πλευρά επιχειρεί να περιορίσει τις οικονομικές «γραμμές ζωής» που, σύμφωνα με τον Τραμπ, επιτρέπουν στο Ιράν να διατηρεί τις εμπορικές του δραστηριότητες.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η προοπτική επιβολής νέων κυρώσεων αντιμετωπίζεται ως μορφή οικονομικού πολέμου.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Ισμαΐλ Μπαγαΐ, υποστήριξε ότι η αμερικανική πολιτική οικονομικού εξαναγκασμού παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Όπως ανέφερε, τρίτες χώρες δεν μπορούν να υποχρεώνονται να διακόπτουν το νόμιμο εμπόριο με το Ιράν, ενώ χαρακτήρισε τις λεγόμενες «δευτερογενείς κυρώσεις» αντίθετες προς τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Στο επίκεντρο ξανά τα Στενά του Ορμούζ
Η αντιπαράθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της στρατηγικής σημασίας των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, υποστήριξε ότι την Τρίτη πέρασαν από τα Στενά περισσότερα από 15 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων με τη συμβολή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Αν συνυπολογιστούν οι ποσότητες που μεταφέρθηκαν μέσω αγωγών, η συνολική ποσότητα πετρελαίου που έφυγε από την περιοχή πλησίασε τα 20 εκατομμύρια βαρέλια.
Σύμφωνα με τον Ράιτ, ο μέσος όρος των φορτίων που διέρχονται σήμερα από τα Στενά ανέρχεται σε περισσότερα από 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η παρουσία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού συμβάλλει στη διατήρηση της ροής του πετρελαίου από τον κρίσιμο θαλάσσιο δίαυλο. Ωστόσο, η σημερινή διακίνηση παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου, καθώς αντιστοιχεί σε λιγότερο από το μισό της προηγούμενης ημερήσιας ροής.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, συνεχίζει από τον Φεβρουάριο τις προσπάθειες να περιορίσει τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή, αυξάνοντας τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια παρατεταμένη διαταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Αντιφατικά μηνύματα από την Τεχεράνη
Την ίδια ώρα, από το Ιράν εκπέμπονται διαφορετικά μηνύματα ως προς την προοπτική τερματισμού της σύγκρουσης.
Ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, στρατηγός Αλί Αμπντολαχί, διαμήνυσε ότι οποιαδήποτε νέα απειλή θα αντιμετωπιστεί με στρατιωτική απάντηση, προειδοποιώντας για «συντριπτικές, τιμωρητικές και καταστροφικές» ενέργειες.
Σε διαφορετικό τόνο, ωστόσο, κινήθηκε ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος δήλωσε ότι έχει έρθει η στιγμή να τερματιστεί ο πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Πεζεσκιάν υποστήριξε ότι μια συμφωνία θα ήταν προτιμότερο να επιτευχθεί τώρα, καθώς, όπως είπε, το Ιράν βρίσκεται σε θέση ισχύος και μπορεί να τερματίσει τη σύγκρουση διατηρώντας την αξιοπρέπειά του. Παράλληλα, επανέλαβε τις κατηγορίες της Τεχεράνης κατά των ΗΠΑ για επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και υποδομές.
Οι δηλώσεις αυτές καταδεικνύουν και το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ιρανική ηγεσία: από τη μία πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει μια εικόνα στρατιωτικής αντοχής απέναντι στις ΗΠΑ και, από την άλλη, βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές οικονομικές πιέσεις.
«Δεν θα επιβιώσουμε αν ο λαός πεινάει»
Τις οικονομικές δυσκολίες αναγνώρισε με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο και ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και βασικός διαπραγματευτής της χώρας, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ.
Μιλώντας σε Ιρανούς και Ιρακινούς επιχειρηματίες, ο Γαλιμπάφ προειδοποίησε ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να διασφαλίσει την επιβίωση της χώρας.
Όπως τόνισε, η διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας, η ανάπτυξη και η εγχώρια παραγωγή αποτελούν εξίσου κρίσιμους παράγοντες, καθώς μια οικονομία που καταρρέει και ένας πληθυσμός που αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις μπορούν να υπονομεύσουν ακόμη και μια ισχυρή στρατιωτική θέση.
Έτσι, ενώ ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη δεν είναι ακόμη έτοιμη να αποδεχθεί «τη σωστή συμφωνία», το Ιράν βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνθετο σταυροδρόμι: καλείται να διαχειριστεί τη στρατιωτική αντιπαράθεση, την πίεση στα Στενά του Ορμούζ και ταυτόχρονα τις αυξανόμενες οικονομικές συνέπειες των αμερικανικών κυρώσεων.






























