Ο πρόεδρος Τραμπ επιχειρεί να παρουσιάσει τον πόλεμο με το Ιράν ως σχεδόν ολοκληρωμένο, μια επιτυχία που έχει ήδη «σφραγίσει». Ωστόσο, έπειτα από χρόνια κατά τα οποία προσπαθούσε να επιβάλει τη δική του πραγματικότητα, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με μια κρίση που δεν συμμορφώνεται με το αφήγημά του.
«Είναι ένα νέο καθεστώς», δήλωσε ο Τραμπ σε συνέντευξη στο Fox την Τετάρτη, αναφερόμενος στη νέα ηγεσία του Ιράν. «Τους βρίσκουμε αρκετά λογικούς, για να είμαι ειλικρινής - συγκριτικά, αρκετά λογικούς».
Ήταν ακόμη μία προσπάθεια του να παρουσιάσει τις εξελίξεις ως μια επιτυχημένη «αλλαγής καθεστώτος» στο Ιράν, παρότι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πόλεμος ενδέχεται να ενίσχυσε την εσωτερική επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης, της σκληροπυρηνικής στρατιωτικής δύναμης που διαδραματίζει εδώ και χρόνια κεντρικό ρόλο στην πολιτική και την οικονομία της χώρας.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια από τότε που διαδέχθηκε τον πατέρα του, ενώ η ανάδειξή του θεωρείται από πολλούς ακόμη ένα σύμβολο συνέχειας του καθεστώτος.
«Στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για αλλαγή ηγεσίας», δηλώνει ο Μπεχνάμ Μπεν Ταλεμπλού, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο Foundation for Defense of Democracies, think tank της Ουάσιγκτον με σκληρή γραμμή απέναντι στην Τεχεράνη. «Είναι λάθος να παρουσιάζεται ως μια αλλαγή προς το καλύτερο».
Πράγματι, η νασιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ απέχει ακόμη από την κανονικότητα, ενώ η ιρανική κυβέρνηση δεν έχει υποχωρήσει στις αμερικανικές απαιτήσεις σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Στην αφήγηση του Τραμπ, ωστόσο, η αμερικανική νίκη στο Ιράν είναι ήδη σαφής. Στη ίδια συνέντευξη στο Fox - επαναλαμβάνοντας δηλώσεις των τελευταίων δύο εβδομάδων - υποστήριξε ότι το ιρανικό ναυτικό, η αεροπορία και τα αντιαεροπορικά συστήματα έχουν καταστραφεί, μαζί με πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Αν το Ιράν δεν εγκαταλείψει τα πυρηνικά όπλα, είπε, «θα μείνουμε μαζί τους για λίγο ακόμη, αλλά δεν ξέρω για πόσο θα μπορέσουν να επιβιώσουν».
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με αναλυτές, οι 40 ημέρες αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών που ολοκληρώθηκαν με την κατάπαυση του πυρός την περασμένη εβδομάδα φαίνεται να ενίσχυσαν τη δύναμη του στρατού και των σκληροπυρηνικών στοιχείων στο ιρανικό σύστημα. Παρά τις εκτεταμένες καταστροφές και τη δολοφονία αξιωματούχων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται ενισχυμένο, έχοντας αποδείξει ότι μπορεί να διαταράξει το παγκόσμιο εμπόριο και να προκαλέσει άνοδο στις τιμές καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ένας πρόεδρος που βασίστηκε επί χρόνια στις απειλές και στη ρητορική έντασης ως βασικά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής φαίνεται τώρα να αναζητά μοχλούς πίεσης για να υποχρεώσει την ιρανική ηγεσία σε υποχωρήσεις.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η επιτυχία της τελευταίας προσπάθειας της κυβέρνησης - του ναυτικού αποκλεισμού ιρανικών λιμανιών - θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους μπορούν να αντέξουν την πρόσθετη πίεση που ενδέχεται να ασκήσει το Ιράν στο εμπόριο του Περσικού Κόλπου.
Η Μόνα Γιακουμπιάν, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ειδική για τη Μέση Ανατολή, συγκρίνει τις δυσκολίες της στρατηγικής Τραμπ στο Ιράν με την επιτυχία του να αποσπά παραχωρήσεις από συμμάχους του μέσω της απειλής για δασμούς.
«Αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να ελέγξει με μια υπογραφή», σημειώνει η Γιακουμπιάν, η οποία διευθύνει το πρόγραμμα Μέσης Ανατολής στο Center for Strategic and International Studies. «Εδώ η προσέγγιση του προέδρου, που βασίζεται στη χαρισματική και ισχυρή προσωπικότητά του, κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την πολυπλοκότητα και την αδιαφάνεια που χαρακτηρίζουν το Ιράν».
Η κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να παρουσιάσει ως εφικτή μια ιστορική συμφωνία με την Τεχεράνη. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε την Τρίτη ότι ο Τραμπ επιδιώκει μια «μεγάλη συμφωνία», στο πλαίσιο της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίζουν οικονομικά το Ιράν «ως μια κανονική χώρα», εφόσον αυτό «συμπεριφέρεται σαν κανονική χώρα».
«Δεν θέλει μια μικρή συμφωνία», είπε ο Βανς.
Μετά από 21 ώρες συνομιλιών με Ιρανούς αξιωματούχους στο Πακιστάν το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο Βανς αποχώρησε χωρίς συμφωνία. Δήλωσε πάντως ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν και ότι «οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλούσαμε ήθελαν να υπάρξει συμφωνία».
Το Ιράν, ωστόσο, φαίνεται να έχει αντιληφθεί τη διαπραγματευτική του ισχύ απέναντι στον Τραμπ, δεδομένης της πίεσης από την άνοδο των τιμών καυσίμων και των ανησυχιών των Ρεπουμπλικανών ότι η αντιδημοφιλία του πολέμου μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Έτσι, ακόμη κι αν η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να διαπραγματευτεί, οι ηγέτες της ενδέχεται να θέσουν δικές τους απαιτήσεις για το μέλλον της διακυβέρνησης των Στενών του Ορμούζ, διατηρώντας ταυτόχρονα σκληρή στάση στο πυρηνικό ζήτημα - το θέμα που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Τραμπ.
Ο Νέιτ Σουάνσον, αξιωματούχος που συμμετείχε στην ομάδα διαπραγματεύσεων του Τραμπ με το Ιράν έως τον Ιούλιο, εκφράζει την εκτίμηση ότι το καθεστώς στην Τεχεράνη δεν πρόκειται να υποχωρήσει στις απαιτήσεις του αμερικανού προέδρου στις συνομιλίες, «όπως ακριβώς δεν υποχώρησε και στο πεδίο της μάχης». Κατά την άποψή του, ο Τραμπ δύσκολα θα επιτύχει «να επιβάλει μετασχηματιστική αλλαγή σε ένα σύστημα που αισθάνεται ότι μόλις κέρδισε έναν πόλεμο».
«Το Ιράν θα κάνει μόνο μια συμφωνία που θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα. Πιθανότατα θα πρόκειται για κάτι περιορισμένο και συναλλακτικό».
Ο Σουάνσον προειδοποιεί παράλληλα πως δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται ο φερόμενος πραγματισμός μεμονωμένων Ιρανών διαπραγματευτών, όπως ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, τον οποίο ο Τραμπ παρουσιάζει ως μέρος μιας πιο μετριοπαθούς νέας γενιάς ηγετών. Χωρίς εδραιωμένη βάση εξουσίας, τονίζει, όλοι οι Ιρανοί αξιωματούχοι είναι υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν σκληροπυρηνικά διαπιστευτήρια.
«Δεν είναι προς το συμφέρον του Γκαλιμπάφ ή οποιουδήποτε άλλου να παρεκκλίνει από τη γραμμή του καθεστώτος αυτή τη στιγμή».
























