Ο πρώτος γύρος των δημοτικών εκλογών του 2026 στη Γαλλία επιβεβαιώνει μια βαθιά αναδιάταξη του πολιτικού τοπίου, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα γαλλικά σύνορα. Μετά από εννέα χρόνια «μακρονισμού», η κεντρώα παράταξη που κυριάρχησε στην εθνική πολιτική σκηνή εμφανίζεται πλέον σχεδόν απούσα από το τοπικό επίπεδο: οι λίστες της υπέστησαν βαριές ήττες σχεδόν παντού. Η κατάρρευση αυτή δεν είναι μόνο εκλογική. Αντανακλά μια βαθύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της τελευταίας δεκαετίας και στην αδυναμία τους να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή.
Την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή δεξιά βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δική της κρίση ταυτότητας. Στη Νίκαια, ο Ερίκ Σιοτί — γνωστός για τις ιδιαίτερα σκληρές θέσεις του στο μεταναστευτικό — προηγείται του νυν δεξιού δημάρχου Κριστιάν Εστροζί. Το αποτέλεσμα αυτό αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση προς το δεξιότερο άκρο του πολιτικού φάσματος. Η εξέλιξη δεν αφορά μόνο πρόσωπα, αλλά σηματοδοτεί τη σταδιακή εδραίωση του Εθνικού Συναγερμού (RN) ως κεντρικής δύναμης και στην τοπική πολιτική σκηνή. Σε δεκάδες δήμους, υποψήφιοι που πρόσκεινται στο κόμμα επανεκλέχθηκαν με ποσοστά που ξεπερνούν ακόμη και το 70% ή 80%. Στη Μασσαλία, μάλιστα, ο υποψήφιος του RN, Φρανκ Αλισιό, βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τον σοσιαλιστή δήμαρχο Μπενουά Παγιάν — ένδειξη ότι η ακροδεξιά διεκδικεί πλέον ακόμη και ιστορικά προοδευτικά προπύργια.
Ωστόσο, ένα από τα πιο αξιοσημείωτα συμπεράσματα αυτού του πρώτου γύρου είναι η ανθεκτικότητα της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI). Το κίνημα του Ζαν-Λικ Μελανσόν βρέθηκε τους τελευταίους μήνες στο επίκεντρο έντονης πολιτικής και μιντιακής πίεσης. Κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό, επικρίθηκε για τη στάση του απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα και στοχοποιήθηκε για τους δεσμούς του με αντιφασιστικές οργανώσεις όπως η Jeune Garde. Παρ’ όλα αυτά, τα εκλογικά αποτελέσματα φαίνεται να διαψεύδουν σε μεγάλο βαθμό την κυρίαρχη αφήγηση. Η LFI κατάφερε να κινητοποιήσει τη νεολαία και τις λαϊκές συνοικίες, μετατρέποντας σε μεγάλο βαθμό τις τοπικές εκλογές σε μια άτυπη ψήφο για τις εθνικές πολιτικές επιλογές.
Τα επιμέρους αποτελέσματα επιβεβαιώνουν αυτή την τάση. Στο Σαιν-Ντενί, ένα πολυπληθές λαϊκό προάστειο στα βόρεια του Παρισιού με περίπου 150.000 κατοίκους, η LFI κατέκτησε τον δήμο ήδη από τον πρώτο γύρο με τον Μπαλί Μπαγκαγιόκο, εκτοπίζοντας τους Σοσιαλιστές από ένα από τα ιστορικά τους προπύργια. Στο Ρουμπαί, πόλη περίπου 100.000 κατοίκων στη βόρεια Γαλλία, ο Νταβίντ Γκιρό συγκέντρωσε 46%, ενώ στη Λιλ η Λαχουαρία Αντούς έλαβε 26%, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή κυριαρχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος στην περιοχή. Στη Λιμόζ, ο Νταμιέν Μοντέ ξεπέρασε επίσης τον σοσιαλιστή αντίπαλό του, επιβεβαιώνοντας ότι η δυναμική αυτή δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένες πόλεις. Ακόμη και στο Παρίσι και στη Λυών, οι υποψήφιοι της LFI κατέγραψαν διψήφια ποσοστά, καθιστώντας την παρουσία τους αναπόφευκτη για κάθε σχέδιο συγκρότησης ενός ενιαίου αριστερού μετώπου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Τουλούζης. Ο υποψήφιος της LFI Φρανσουά Πικεμάλ συγκέντρωσε 28% των ψήφων, ξεπερνώντας τον σοσιαλιστή Φρανσουά Μπριανσόν που έλαβε 25%, ενώ ο απερχόμενος δήμαρχος της δεξιάς Ζαν-Λικ Μουντένκ παραμένει πρώτος με 37%. Η αριστερά βρίσκεται θεωρητικά σε θέση να αμφισβητήσει την κυριαρχία της δεξιάς, αλλά μόνο εφόσον καταφέρει να ξεπεράσει τις εσωτερικές της αντιθέσεις. Ο γενικός γραμματέας των Σοσιαλιστών, Ολιβιέ Φορ, απορρίπτει προς το παρόν μια συνολική εθνική συμφωνία με την LFI, επιτρέποντας ωστόσο τοπικές συνεργασίες. Η στάση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις: η ηγέτιδα των Οικολόγων, Μαρίν Τοντελιέ, επέκρινε δημόσια στελέχη των Σοσιαλιστών που αρνούνται τη συνεργασία. Το δίλημμα αυτό — συνεργασία ή αποκλεισμός — δεν αφορά μόνο τη Γαλλία, αλλά αντανακλά ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: την αδυναμία της Αριστεράς να συγκροτήσει ένα σταθερό και ενιαίο πολιτικό μέτωπο.
Συνολικά, τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου αποκαλύπτουν δύο παράλληλα ρήγματα στη γαλλική κοινωνία. Το πρώτο είναι γεωγραφικό: η Αριστερά διατηρεί ισχυρά ερείσματα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στα λαϊκά προάστεια, ενώ το RN κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στην επαρχία. Το δεύτερο είναι κοινωνικό: η αποχή έφτασε το 44% σε εθνικό επίπεδο και άγγιξε το 60% στους νέους, δείγμα μιας βαθιάς αποξένωσης από το πολιτικό σύστημα.
Ο δεύτερος γύρος των εκλογών θα αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία. Μπορεί η Αριστερά να υπερβεί τις εσωτερικές της συγκρούσεις και να συγκροτήσει ένα συνεκτικό αντιφασιστικό μέτωπο; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν θα καθορίσει μόνο την πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2027, αλλά ίσως και την ευρύτερη ικανότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς να αντιμετωπίσει την άνοδο της ακροδεξιάς — μια πρόκληση που αφορά άμεσα και την Ελλάδα.
(Ο Νίκος Σμυρναίος είναι καθηγητής ΜΜΕ & Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης)






























