Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει την Δύση για τρομερές - ενδεχομένως πυρηνικές - συνέπειες εάν «κλιμακώσει» τον πόλεμο δίνοντας στην Ουκρανία τα όπλα που χρειάζεται για να αμυνθεί.
Οι απειλές αυτές εντάθηκαν το τελευταίο διάστημα έπειτα από το «πράσινο φως» της κυβέρνησης Μπάιντεν για πλήγματα με αμερικανικά όπλα μεγαλύτερου βεληνεκούς σε στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία. Ακολούθησε η επικαιροποίηση του πυρηνικού δόγματος της Μόσχας και η εκτόξευση ενός νέου βαλλιστικού πυραύλου με πυρηνικές ικανότητες στην Ουκρανία.
Το μήνυμα έγινε αντιληπτό ως «Μην μας δοκιμάζετε».
Σχεδόν τρία χρόνια μέτα τη ρωσική εισβολή, ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές ακολουθούν πια ένα γνώριμο ρυθμό - σημειώνει ο Christian Edwards στο CNN.
Κάθε φορά που η Ουκρανία κοινοποιούσε ένα αίτημά της - πρώτα ζητούσε άρματα μάχης, έπειτα μαχητικά αεροσκάφη, πυρομαχικά διασποράς και όπλα μεγάλου βεληνεκούς - οι σύμμαχοί της αγωνιούσαν για τη στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν φοβούμενοι για ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύγκρουσης και νέα ρωσική απάντηση.
Όταν ωστόσο η Δύση αποδέχθηκε τελικά τα αιτήματα της Ουκρανίας, οι πιο καταστροφικές απειλές του Πούτιν δεν υλοποιήθηκαν: Αυτό που αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» τη μία εβδομάδα γινόταν «φυσιολογική εξέλιξη» την επόμενη.
Αρκετοί εκτιμούν πως το ίδιο θα συμβεί και αυτή τη φορά. Κάνουν μάλιστα ακόμη ένα βήμα, υποστηρίζοντας πως η ανησυχία της Δύσης για τα νέα όπλα που παραχωρήθηκαν στην Ουκρανία είναι ακόμη ένα παράδειγμα της επιτυχημένης στρατηγικής του Κρεμλίνου να αλλάζει τους όρους με τους οποίους οι αντιπαλοί της «διαβάζουν» μια σύγκρουση.
Η αντίληψη πως κάθε νέα προσπάθεια της Ουκρανίας να αντισταθεί στη ρωσική επιθετικότητα συνιστά μια σημαντική «κλιμάκωση» παγιδεύει τη Δύση στη λήψη αποφάσεων με ρυθμό που επιτρέπει στη Ρωσία να κερδίζει στο πραγματικό πεδίο της μάχης.
Όπως εξηγεί η Κατερίνα Στεπανένκο του ISW, η στρατηγική αυτή είναι επί της ουσίας μια αναβίωση της σοβιετικής ιδέας του «αντανακλαστικού ελέγχου», βάσει της οποίας η Μόσχα αναδιαμορφώνει με τέτοιο τρόπο το τρέχον αφήγημα, ώστε μόλις η άλλη πλευρά καθίσει να αποφασίσει πώς θα ενεργήσει, αυτό να συμβεί μέσα στο πλαίσιο που εκείνη σχεδίασε.
Στόχος είναι πρώτα η κατανόηση και έπειτα ο επηρεασμός των αποφάσεων του εχθρού, έτσι ώστε να καταλήξει σε επιλογές που είναι επιζήμιες για αυτόν, αλλά επωφελείς για το Κρεμλίνο.
«Οι επίμονες δυτικές συζητήσεις και οι καθυστερήσεις στη δυτική στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία είναι ένα σαφές παράδειγμα της επιτυχημένης στρατηγικής "αντανακλαστικού ελέγχου" του Κρεμλίνου, η οποία δέσμευσε τους συμμάχους της Ουκρανίας στην αυτοαποτροπή παρά τις συχνές ρωσικές κλιμακώσεις του πολέμου», δηλώνει η Στεπανένκο.
Αυτή η στρατηγική χρησιμοποίηθηκε για ακόμη μία φορά χθες Πέμπτη, αφού η Ρωσία εξαπέλυσε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση με στόχο το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας της Ουκρανίας.
Ο Πούτιν δήλωσε ότι η επίθεση ήταν «μια απάντηση» στην απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν για όπλα μεγαλύτερου βεληνεκούς. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η Ρωσία δεν έχει χρειαστεί πρόσχημα για τέτοιου είδους χτυπήματα στο παρελθόν.
Οι πρόσφατες αλλαγές στην πολιτική των δυτικών συμμάχων της Ουκρανίας - οι οποίες ήρθαν μετά την αποστολή περίπου 11.000 στρατιωτών της Βόρειας Κορέας στο μέτωπο - «δεν είναι κλιμάκωση, όπως προσπαθεί να την παρουσιάσει το Κρεμλίνο», προσθέτει η Στεπανένκο.
Την ίδια ώρα η προοπτική της νέας θητείας Τραμπ σημαίνει ότι η Ρωσία είναι ακόμη λιγότερο πιθανό από ό,τι συνήθως να πραγματοποιήσει τις απειλές της. Ο κίνδυνος να κάνει κάτι που θα διακινδύνευε την πραγματική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών ή των συμμάχων στο ΝΑΤΟ - ή θα άλλαζε ριζικά την παγκόσμια στάση απέναντι στη σύγκρουση - είναι σχετικά χαμηλός, συμφωνούν δυτικοί αναλυτές.






























