Για κάποιους το μπλόκο των σόσιαλ μίντια είναι μια αναγκαία ασπίδα προστασίας απέναντι σε έναν ψηφιακό κόσμο που λειτουργεί χωρίς όρια. Για άλλους, είναι μια υπερβολική παρέμβαση που επιχειρεί να λύσει ένα σύνθετο κοινωνικό και παιδαγωγικό ζήτημα με όρους απαγόρευσης.
Ο Έλληνας διακεκριμένος επιστήμονας Βασίλης Φθενάκης μελετά από το 2018 συστηματικά τη δημιουργική και υπεύθυνη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών από παιδιά και εφήβους. Πρόσφατα μάλιστα, κυκλοφόρησε το συγγραφικό έργο του με τίτλο: «Παιδεία στην ψηφιακή εποχή» μέσα στο οποίο αντιμετωπίζει το θέμα με επιστημονική ψυχραιμία και χωρίς απόλυτες βεβαιότητες.
Η συζήτηση μαζί του ξεκινά από την αυστραλιανή ρύθμιση που προβλέπει την απαγόρευση δημιουργίας και χρήσης προσωπικών λογαριασμών σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για άτομα κάτω των 16 ετών, ενώ επιβάλλει στις πλατφόρμες αυστηρούς μηχανισμούς επαλήθευσης ηλικίας και βαριές κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Από το πλαίσιο εξαιρούνται εκπαιδευτικές πλατφόρμες, υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων, διαδικτυακά παιχνίδια και e-mail.
«Σύμφωνα με την αιτιολογική τεκμηρίωση της αυστραλιανής νομοθεσίας, η παρέμβαση αποσκοπεί κυρίως στη μείωση της έκθεσης ανηλίκων σε φαινόμενα διαδικτυακού εκφοβισμού, σε αλγοριθμικούς μηχανισμούς που ενισχύουν παρατεταμένα πρότυπα εμπλοκής των χρηστών, καθώς και σε δυνητικά επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο», σχολιάζει ο καθηγητής.
Όπως λέει, δεν είναι τυχαίο ότι το αυστραλιανό μοντέλο θεωρείται ήδη ως ένα από τα πιο αυστηρά παραδείγματα κρατικής παρέμβασης για τη ψηφιακή προστασία των παιδιών παγκοσμίως.
Η Ευρώπη ωστόσο, κινείται πιο επιφυλακτικά. Ο καθηγητής Φθενάκης διαπιστώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υιοθετεί προς το παρόν καθολικές ηλικιακές απαγορεύσεις, αλλά προκρίνει την ενίσχυση της ευθύνης των ίδιων των πλατφορμών μέσα από μια αυστηρότερη διαχείριση περιεχομένου, διαφάνεια στους αλγόριθμους και μηχανισμούς «ασφαλούς σχεδιασμού».
Η Γαλλία εξετάζει περιορισμούς αλλά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία προσωπικών δεδομένων και στον ψηφιακό γραμματισμό μέσω της εκπαίδευσης. Η Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο παρακολουθούν στενά το αυστραλιανό πείραμα, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γερμανία δεν υπάρχει ακόμη ενιαία στρατηγική.
«Πολλές χώρες βρίσκονται σε στάση θεσμικής αναμονής», σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Φθενάκης, «περιμένοντας πιο ασφαλή ερευνητικά και εμπειρικά δεδομένα πριν προχωρήσουν σε ανάλογες αποφάσεις».
Τι λένε τα δεδομένα
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν μπαίνουν στο τραπέζι τα επιστημονικά δεδομένα. Σύμφωνα με τον καθηγητή, σημαντικό μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας συνδέει την υπερβολική χρήση των σόσιαλ μίντια με αυξημένο άγχος, καταθλιπτική συμπτωματολογία και ψυχοκοινωνική επιβάρυνση.
«Πολλά χαρακτηριστικά των πλατφορμών, το endless scrolling, οι ειδοποιήσεις push, τα streaks και η αλγοριθμική εξατομίκευση έχουν σχεδιαστεί ώστε να διατηρούν τον χρήστη συνεχώς ενεργό, κάτι που επηρεάζει ιδιαίτερα τις ευάλωτες αναπτυξιακά ηλικίες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η απαγόρευση παρουσιάζεται από αρκετούς ως ένα αναγκαίο προληπτικό μέτρο».
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Ο καθηγητής Φθενάκης τονίζει ότι τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν πως οι καθολικές απαγορεύσεις συχνά παρακάμπτονται εύκολα, είτε μέσω ψευδών ηλικιακών στοιχείων, είτε μέσω λογαριασμών ενηλίκων.
«Επιπλέον, ορισμένες μελέτες καταγράφουν ότι ο περιορισμός της συμμετοχής στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να σχετίζεται με μειωμένη κοινωνική ένταξη, χαμηλότερη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο και περιορισμένη πρόσβαση σε δίκτυα ενημέρωσης και κοινωνικής υποστήριξης. Παράλληλα, διατυπώνονται επιφυλάξεις ως προς τις επιπτώσεις τέτοιων ρυθμίσεων στα ψηφιακά δικαιώματα και στην αναπτυξιακή αυτονομία των εφήβων», σημειώνει.
Το βασικό πρόβλημα, όπως εξηγεί ο καθηγητής, είναι ότι η έρευνα δεν έχει ακόμη καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.
«Παρότι τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικών κινδύνων, δεν υπάρχει σαφής επιστημονική συναίνεση υπέρ μιας γενικευμένης ηλικιακής απαγόρευσης. Ορισμένες μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν την προσεκτική εφαρμογή περιοριστικών μέτρων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ άλλες έρευνες αναδεικνύουν υψηλά ποσοστά παράκαμψης των περιορισμών. Επιπλέον, μελέτες σχετικά με την απαγόρευση smartphones σε σχολικά περιβάλλοντα δεν καταγράφουν πάντοτε σημαντικές βελτιώσεις ούτε στην ψυχοκοινωνική ευημερία ούτε στη συνολική διάρκεια έκθεσης στις οθόνες. Συνεπώς, απαιτούνται περισσότερες διαχρονικές και αιτιολογικά τεκμηριωμένες μελέτες πριν από την υιοθέτηση αυστηρών νομικών παρεμβάσεων», συμπληρώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν παρέχει ακόμη οριστικά συμπεράσματα ως προς τις αιτιακές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους ανηλίκους. Ωστόσο, συγκεκριμένες μορφές χρήσης φαίνεται να συνδέονται με αυξημένους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, ενώ ορισμένα χαρακτηριστικά σχεδιασμού των πλατφορμών ενδέχεται να ενισχύουν τη συμπεριφορική εμπλοκή των χρηστών.
«Υπάρχει ευρεία αποδοχή της ανάγκης λήψης αναλογικών και τεκμηριωμένων μέτρων προστασίας, αλλά η κύρια επιστημονική και πολιτική διαφωνία αφορά κυρίως την αποτελεσματικότητα μιας καθολικά ηλικιακής απαγόρευσης σε σύγκριση με εναλλακτικές παρεμβάσεις, όπως η ρύθμιση αλγοριθμικών πρακτικών, η ενίσχυση του ψηφιακού γραμματισμού και οι στρατηγικές περιορισμού της προβληματικής χρήσης», αναφέρει.
Αλλού είναι η ουσία του προβλήματος
Για τον καθηγητή Φθενάκη ωστόσο, η ουσία του προβλήματος βρίσκεται αλλού.
«Οι οριζόντιες απαγορεύσεις δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις ατομικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανές επιπτώσεις εξαρτώνται από πολλαπλούς παράγοντες, όπως η διάρκεια και το είδος χρήσης, το περιεχόμενο, η ψυχική κατάσταση του παιδιού και το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον. Επιπλέον, διατυπώνεται η ανησυχία ότι οι νέοι ενδέχεται να μετακινηθούν σε λιγότερο ρυθμιζόμενα ψηφιακά περιβάλλοντα, στα οποία οι δυνατότητες εποπτείας και προστασίας είναι περιορισμένες», αναφέρει.
Ακόμη σοβαρότερη θεωρεί την πιθανότητα να περιοριστεί η ανάπτυξη ψηφιακού γραμματισμού και δεξιοτήτων αυτορρύθμισης.
«Οι καθολικές απαγορεύσεις δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην στα επιδιωκόμενα παιδαγωγικά αποτελέσματα», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι πολλές φορές οδηγούν σε παράπλευρες μορφές ανεξέλεγκτης χρήσης.
«Για τον λόγο αυτό, αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η έμφαση θα πρέπει να μετατοπιστεί προς την εκπαίδευση για υπεύθυνη χρήση, την ανάπτυξη κριτικής σκέψης και την καλλιέργεια ψηφιακών δεξιοτήτων ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία».
Η λύση, σύμφωνα με τον κ. Φθενάκη, δεν βρίσκεται ούτε στην απόλυτη ελευθερία χρήσης ούτε στην απόλυτη απαγόρευση. Βρίσκεται στην εκπαίδευση. Θεωρεί ότι η χρήση των ψηφιακών μέσων πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο συστηματικής μάθησης και όχι αποκλειστικά ως πεδίο περιορισμού.
Παραδείγματα χωρών, όπως η Νέα Ζηλανδία, η Ουαλία και η Σιγκαπούρη, δείχνουν, όπως λέει, ότι η ενσωμάτωση της ψηφιακής παιδείας στο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη υπεύθυνης, ασφαλούς και κριτικής χρήσης των νέων τεχνολογιών.
Σε μια εποχή όπου η ζωή των παιδιών περνά όλο και περισσότερο μέσα από μια οθόνη, το πραγματικό ερώτημα ίσως δεν είναι αν πρέπει να απαγορεύσουμε τα social media, αλλά αν έχουμε μάθει στα παιδιά μας πώς να τα χρησιμοποιούν χωρίς να χάνονται μέσα σε αυτά. Και εκεί, όπως φαίνεται, καμία απαγόρευση από μόνη της δεν αρκεί.
*Ο Βασίλειος Ε. Φθενάκης υποστηρίζει στο νέο του βιβλίο «Παιδεία για την ψηφιακή εποχή» μια ριζική προοπτική μεταρρύθμισης όσον αφορά το σχολείο, τη μάθηση και την εκπαιδευτική πολιτική. Το βιβλίο δεν αποτελεί τόσο ένα τεχνικό εγχειρίδιο, όσο μια εκπαιδευτική και κοινωνική αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης. Ο κ. Φθενάκης απαντά στο ερώτημα πώς πρέπει να μαθαίνουν οι άνθρωποι σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη, την παγκόσμια δικτύωση και τη διαρκή αλλαγή.






























