«Κόκκινη κάρτα» έδειξε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) που υποχρέωνε ελεύθερο επαγγελματία να καταβάλλει τέλος επιτηδεύματος, μολονότι δεν είχε παρέλθει 5ετία από την πρώτη έναρξη του εργασιών του, στο ίδιο αντικείμενο,
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Θεσσαλονίκης, δικαιώνοντας τον ελεύθερο επαγγελματία, ακύρωσε την απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε, με την οποία είχε απορρίψει πριν από τρία χρόνια την προσφυγή του, ερμηνεύοντας «εσφαλμένα» όπως αναφέρει, το σχετικό νόμο.
Μετά την 5ετία επιβάλλεται το τέλος επιτηδεύματος
Με την υπ’ αρ. 4776/2025 απόφασή του, το δικαστήριο δέχτηκε ως πρώτη έναρξη εργασιών την ημεροχρονολογία, κατά την οποία ο επιτηδευματίας προέβη σε έναρξη εργασιών, κρίνοντας πως και το αντίστοιχο τέλος επιτηδεύματος επιβάλλεται μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ελεύθερος επαγγελματίας αφού διέκοψε παλαιότερη δραστηριότητά του, προχώρησε σε επανέναρξη εργασιών στις 5 Σεπτεμβρίου του 2023.
Ωστόσο, μετά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του για το φορολογικό έτος 2022 εκδόθηκε η επίδικη πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, με την οποία υποχρεώθηκε να πληρώσει τέλος επιτηδεύματος «διότι δεν επήλθε διακοπή της δραστηριότητάς του εντός του επίμαχου φορολογικού έτους, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 3986/2011 περί αναλογικού περιορισμού του τέλους επιτηδεύματος».
Από την πλευρά του, ο ελεύθερος επαγγελματίας, επέμεινε ότι παρανόμως του επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος για το χρονικό διάστημα πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την πρώτη έναρξη εργασιών, μη συνυπολογιζόμενου του χρόνου διακοπής των εργασιών του.
Συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του, δεδομένου ότι η πενταετία από την πρώτη έναρξη εργασιών του στην ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα συμπληρώθηκε την 3-9-2022, έπρεπε να επιβαρυνθεί με το τέλος επιτηδεύματος μόνο για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2022 και όχι για ολόκληρο το φορολογικό έτος 2022.
Το σκεπτικό της απόφασης
Τις αιτιάσεις του αυτές, έκανε πλήρως δεκτές το δικαστήριο κρίνοντας πως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 31 του ν. 3968/2011 εξαιρούνται του τέλους επιτηδεύματος «συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, είναι οικονομικά ασθενέστεροι και, κατά συνέπεια, μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται επαγγελματικά.
Μεταξύ των κατηγοριών αυτών περιλαμβάνονται και όσοι ασκούν ελεύθερο επάγγελμα για διάστημα μικρότερο των πέντε ετών «από την πρώτη έναρξη εργασιών», ρύθμιση, με την οποία ο νομοθέτης λαμβάνει μέριμνα για την ομαλή ένταξη των νέων ελεύθερων επαγγελματιών στην αγορά εργασίας, αποδεχόμενος ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν μειωμένη φοροδοτική ικανότητα, λόγω των περιορισμένων εσόδων τους και των αυξημένων δαπανών που απαιτούνται για την οργάνωση του επαγγέλματός τους κατά τα πρώτα πέντε έτη άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους».
Και η απόφαση καταλήγει, σημειώνοντας: «Αντίθετη, μάλιστα, ερμηνευτική εκδοχή, ήτοι επιβολή του εν λόγω τέλους για όλο το έτος εντός του οποίου συμπληρώνεται η πενταετία, εκτός του ότι θα παραβίαζε το γράμμα του νόμου, θα είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση, εν συγκρίσει με τους λοιπούς νέους επιτηδευματίες που έκαναν έναρξη εργασιών στην αρχή τους έτους, οι επιτηδευματίες που έκαναν έναρξη στο τέλος αυτού».































