Δύο πολύ διαφορετικά γεγονότα που συνέβησαν το τελευταίο διάστημα, έφεραν στο προσκήνιο σημαντικά ερωτήματα για τη λογοκρισία, την ελευθερία της έκφρασης, τη στάση του κράτους απέναντι στην τέχνη και την εκκλησία, την αντιμετώπιση του κακοποιητικού λόγο από την κοινωνία και την Πολιτεία, τα όρια που πρέπει να χαράξει μια δημοκρατική κοινωνία. Αισθητικό χάος χωρίζει τις αφετηρίες αυτής της συζήτησης.
Από τη μια μεριά, έχουμε τα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη που επανήλθαν στην Εθνική Πινακοθήκη, μετά το βανδαλισμό τους από τον ακροδεξιό βουλευτή Νίκο Παπαδόπουλο. Από την άλλη, έχουμε το κύμα αγανάκτησης που ξεσήκωσε ο τράπερ Light με τους κακοποιητικούς, μισαναπηρικούς και σεξιστικούς στίχους ενός τραγουδιού του. Από τη σκοπιά της αισθητικής σχεδόν τίποτα δεν συνδέει τα δύο γεγονότα. Ωστόσο, μια συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας δεν μπορεί να εξαρτάται από τις αισθητικές κρίσεις μας.
Μια νίκης κατά της λογοκρισίας
Η απόφαση της Εθνικής Πινακοθήκης να επανεκτεθούν τα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη τα οποία είχαν αποσυρθεί μετά το βανδαλισμό τους από τον Παπαδόπουλο, αποτελεί αναμφίβολα μια νίκη της ελευθερίας της έκφρασης απέναντι στη λογοκρισία και το σκοταδισμό. Η διοίκηση της Πινακοθήκης επισημαίνει ότι ποτέ δεν ετέθη θέμα οριστικής απόσυρσης των έργων, αλλά το ζητούμενο ήταν η ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας. Ωστόσο, δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς ότι χρειάστηκαν δύο ολόκληροι μήνες και οι κινητοποιήσεις της «Πρωτοβουλίας ενάντια στη λογοκρισία» για να γίνει το (θεωρητικά) αυτονόητο, δηλαδή να επανέλθουν τα βανδαλισμένα έργα στη θέση τους.
O καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πάντειο Δημήτρης Χριστόπουλος σε ανάρτησή του επισημαίνει ότι «είναι η πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση που λογοκριμένα έργα επιστρέφουν στη θέση τους. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν όπου κάθε φορά που κάποιοι "αγανακτισμένοι" φασίστες εξοργίζονταν με ένα έργο, αυτό κατέληγε μονίμως αποκαθηλωμένο». Προσθέτει ότι «η επαναφορά των έργων είναι μια νίκη της δημοκρατίας και της ελευθερίας της τέχνης».Πρέπει πάντως να επισημάνουμε ότι μόνο ένας πολύ φανατικός και πολύ ακαλλιέργητος θα μπορούσε να θεωρήσει «βλάσφημα τα έργα του Κατσαδιώτη. Υπάρχει σπουδαία τέχνη που είναι πραγματικά «βλάσφημη», αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση -εννοείται ότι και η «βλάσφημη» τέχνη πρέπει να χαίρει απόλυτης προστασίας από τους κρατικούς φορείς. Ο βανδαλισμός στην Πινακοθήκης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας να επιβληθούν σκοταδιστικές αντιλήψεις που παραβιάζουν βάναυσα την ελευθερία της έκφρασης. Πρέπει δε να υπογραμμίσουμε ότι η Ιερά Σύνοδος όχι μόνο δεν καταδίκασε το βανδαλισμό αλλά συντάχθηκε με το αίτημα της απόσυρσης των έργων. Το γεγονός ότι το κράτος δεν έκανε εξαρχής το αυτονόητο, δείχνει ότι 51 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση θεμελιώδεις ελευθερίες τελούν υπό αίρεση.
Ο Light
Τι γίνεται όμως όταν τα όρια όντως ξεπερνιούνται; Αυτή είναι περίπτωση του τραγουδιού Polo του τράπερ Light. Οι ελεεινοί στίχοι του τραγουδιού (τους οποίους δεν χρειάζεται να αναπαράγουμε) συνιστούν ακραίο παράδειγμα κακοποιητικού, μισαναπηρικού και σεξιστικού λόγου. Όπως είναι εύλογο, προκλήθηκε ένα μεγάλο κύμα αντιδράσεων τόσο από φορείς όσο και από μεμονωμένους πολίτες. Η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ) σε ανακοίνωσή της έκανε λόγο για «ακραία ρητορική μίσους». Τελικά ο ίδιος ο Light ζήτησε συγγνώμη για τους στίχους, δηλώνοντας μάλιστα ότι θα τους αλλάξει. «Όλη η ευθύνη γι’ αυτόν τον στίχο που έθιξε και πλήγωσε τόσους ανθρώπους είναι απολύτως δική μου. Σε καμία περίπτωση ο σκοπός μου δεν ήταν να πληγώσω ούτε να θίξω άτομα με ειδικές ανάγκες και αναπηρίες» ανέφερε σε βίντεο του ο τράπερ. Μάλλον δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι η συγγνώμη του Light δεν είναι πειστική, αφού είναι αστείος ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε αντιληφθεί τον προσβλητικό χαρακτήρα των στίχων του. Δεν χρειάζεται επίσης να παρατηρήσουμε ότι η ευκολία με την οποία δηλώνει ότι θα αλλάξει τους στίχους του δείχνει πόσο σοβαρά παίρνει ο ίδιος τη δουλειά του.
Τσαραπατσάνης: «Δεν είναι θεμιτή η λογοκρισία»
Ζητήσαμε από τον καθηγητή Νομικής στο πανεπιστήμιο του Γιορκ Δημήτρη Τσαραπατσάνη να κάνει σχολιάσει τις δύο υποθέσεις. Ο κ. Τσαραπατσάνης μας είπε: «Οι υποθέσεις του βανδαλισμού των έργων του εικαστικού Χριστόφορου Κατσαδιώτη στην Εθνική Πινακοθήκη από τον βουλευτή του κόμματος Νίκη Νίκο Παπαδόπουλο και του σάλου που προκάλεσαν οι στίχοι του τραγουδιού Polo του τράπερ Light έθεσαν εκ νέου στη δημόσια ατζέντα το ζήτημα αν είναι θεμιτή η επιβολή εξωτερικών ορίων, τελικώς ακόμη και με την άσκηση λογοκρισίας εκ μέρους του κράτους, κατά την άσκηση της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Είναι θεμιτό να λογοκρίνονται έργα που είτε φαίνεται να διαχέουν λόγο μίσους (περίπτωση τραγουδιού Light), είτε θεωρούνται βλάσφημα από κατηγορίες θρησκευόμενων (περίπτωση έργων του Κατσαδιώτη); Κατά τη γνώμη μου, η πιο συνεπής φιλελεύθερη και δημοκρατική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σαφώς αρνητική. Η απάντηση αυτή θεμελιώνεται σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα είδη λόγων. Πρώτον, θεμιτά όρια στην καλλιτεχνική ελευθερία δεν υφίστανται διότι η άσκηση της ελευθερίας αυτής κατά κανόνα δεν δύναται να προσβάλλει σημαντικά αγαθά τρίτων, όπως η ελευθερία ή η σωματική ακεραιότητα. Τα υποκειμενικά συναισθήματα δυσφορίας ή ακόμη και αγανάκτησης που μπορούν να προκληθούν σε τρίτους από την άσκηση της καλλιτεχνικής ελευθερίας δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να αποτελούν θεμιτή βάση λογοκρισίας. Τα αγαθά που προσβάλλονται δεν είναι τόσο σημαντικά, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η άμεση παρέμβαση του κράτους στην καλλιτεχνική έκφραση, ιδίως όταν η παρέμβαση αυτή λαμβάνει την ιδιαιτέρως επαχθή μορφή της λογοκρισίας. Δεύτερον, και αν ακόμη κάποιος αντέτεινε ότι τέτοια συναισθήματα πρέπει κάπως να γίνουν σεβαστά, και επομένως ότι θα έπρεπε να σταθμιστεί η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης με τα συμφέροντα τρίτων, πάντως η επιβολή τέτοιων λεπτών ορίων από το κράτος είναι απρόσφορη. Τούτο, ιδίως διότι το κράτος διαθέτει το εξαιρετικά επικίνδυνο εργαλείο του μονοπωλίου του νόμιμου καταναγκασμού, εργαλείο που πρέπει γενικά να χρησιμοποιείται με μεγάλη φειδώ γιατί μπορεί πολύ εύκολα να αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης».
Τι να κάνει η Πολιτεία
Αναφορικά με τη τραπ, καλλιεργείται ηθικός πανικός τόσο από τη Δεξιά όσο και από μέρος της Αριστεράς, ο οποίος λειτουργεί παραπλανητικά ως προς τις αιτίες της νεανικής βίας. Ωστόσο, με τον κακοποιητικό λόγο το ζήτημα είναι πραγματικό τόσο γιατί προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όσο και γιατί νομιμοποιεί τη βία και τις διακρίσεις. Επομένως, ήταν απολύτως δικαιολογημένες οι αντιδράσεις φορέων και πολιτών στο απαράδεκτο τραγούδι του Light. Από εκεί και πέρα, ανοίγει το ερώτημα τι κάνει η Πολιτεία. Σήμερα είναι σε ισχύ η αντιρατσιστική νομοθεσία που ποινικοποιεί την υποκίνηση βίας και μίσους. Ποιο είναι όμως το όριο που πρέπει να χαραχθεί ανάμεσα στην αντιμετώπιση του κακοποποιητικού λόγου και την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης; Ιδιαίτερα σε μια Πολιτεία που είναι πάντοτε έτοιμη να υποκύψει στις πιέσεις ακραίων σκοταδιστικών κύκλων, το ερώτημα είναι πώς η προστασία από τη χυδαιότητα δεν θα δώσει άλλοθι στη λογοκρισία. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην κινητοποίηση που είδαμε στην περίπτωση του Light. Εν προκειμένω, ο κακοποιητικός λόγος αντιμετωπίστηκε χωρίς να θιχθεί η αρχή της ελευθερίας της έκφρασης.




























