Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τη στάση της απέναντι στις αυξήσεις στα ισόβια νοσοκομειακά ασφαλιστήρια άσκησε η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μιλένα Αποστολάκη, κατά τη συζήτηση επίκαιρης ερώτησής της στη Βουλή, κατηγορώντας την ότι αφήνει χιλιάδες ασφαλισμένους χωρίς ουσιαστική προστασία απέναντι στις ανατιμήσεις.
Η κ. Αποστολάκη ανέδειξε το ζήτημα των νέων αυξήσεων, που κυμαίνονται από 9% έως 13% στα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας, επισημαίνοντας ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες επικαλούνται έναν νέο δείκτη αναπροσαρμογής, ο οποίος δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί. Όπως υποστήριξε, η κατάσταση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα και επιβαρύνει ιδιαίτερα τους μεγαλύτερης ηλικίας ασφαλισμένους, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις.
Απαντώντας στη Βουλή, ο υφυπουργός Λάζαρος Τσαβδαρίδης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανονιστικό κενό και γνωστοποίησε ότι ο νέος δείκτης αναπροσαρμογής αναμένεται να δημοσιευθεί εντός του Ιουνίου. Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Αποστολάκη, η τοποθέτησή του επιβεβαίωσε επί της ουσίας ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε επαρκές ρυθμιστικό πλαίσιο, χωρίς να δοθούν σαφείς απαντήσεις για τη νομιμότητα των αυξήσεων, την προσωρινή προστασία των ασφαλισμένων ή τους ελέγχους που ασκούνται στις ασφαλιστικές εταιρείες.
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ως «αμέτοχος παρατηρητής» απέναντι στην οικονομική πίεση που υφίστανται χιλιάδες πολίτες, ενώ εκτίμησε ότι μόνο μετά την πίεση της αντιπολίτευσης προχώρησε στην ανακοίνωση για την επικείμενη δημοσίευση του νέου δείκτη αναπροσαρμογής. Παράλληλα, έκανε λόγο για σκόπιμη διατήρηση ενός αρρύθμιστου πλαισίου που, όπως υποστήριξε, διευκόλυνε αδικαιολόγητες αυξήσεις και οδήγησε πολλούς ασφαλισμένους στην εγκατάλειψη των ισόβιων συμβολαίων τους.
Στο πλαίσιο της παρέμβασής της, η κ. Αποστολάκη επικαλέστηκε και την απόφαση Δ’ 2196/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι όροι αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων πρέπει να είναι σαφείς, συγκεκριμένοι και πλήρως κατανοητοί, ώστε ο ασφαλισμένος να μπορεί να προβλέπει εκ των προτέρων τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασής του. Σε διαφορετική περίπτωση, οι σχετικοί όροι κρίνονται καταχρηστικοί, καθώς παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσουν τη συμβατική ισορροπία σε βάρος του καταναλωτή.
































