Στη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για τη δεύτερη δικογραφία σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναφέρθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, υπογραμμίζοντας ότι ο χρόνος εξέλιξης εξαρτάται αποκλειστικά από το πότε η δικογραφία θα διαβιβαστεί στη Βουλή.
Όπως σημείωσε, πρόκειται για διαδικασία που δεν ελέγχεται από την κυβέρνηση. «Όταν η δικογραφία έρθει στη Βουλή και τεθεί σε γνώση των κοινοβουλευτικών ομάδων και των βουλευτών, τότε θα λάβουμε και εμείς γνώση», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι μόνο τότε θα μπορεί να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα που έχουν τεθεί.
Σε ό,τι αφορά τη στάση της κυβέρνησης, επανέλαβε ότι πάγια αρχή αποτελεί η αποδοχή αιτημάτων άρσης ασυλίας βουλευτών. Επικαλούμενος στατιστικά στοιχεία, ανέφερε ότι την περίοδο 2019-2023 εγκρίθηκαν 48 αιτήματα έναντι 26 που απορρίφθηκαν, ενώ από το 2023 έως σήμερα έχουν γίνει δεκτά 49 και έχουν απορριφθεί 9. Συνολικά από το 2019 μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί 97 αιτήματα, με 20 εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να βρίσκονται ήδη υπό καθεστώς άρσης ασυλίας, χωρίς αυτό να προδικάζει ενοχή.
Ο κ. Μαρινάκης διευκρίνισε ότι η υπόθεση αφορά, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, πιθανή συνδρομή σε παράνομες ή προβληματικές αγροτικές επιδοτήσεις. Τόνισε ότι η διερεύνηση ποινικών ευθυνών ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη, ενώ η ευθύνη της κυβέρνησης είναι να αντιμετωπίσει διαχρονικές παθογένειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανέδειξε ως κομβική μεταρρύθμιση τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, υποστηρίζοντας ότι έτσι καθίσταται πρακτικά αδύνατη η μελλοντική παρέμβαση για παράτυπες πληρωμές. Άσκησε, παράλληλα, κριτική στην αντιπολίτευση, επισημαίνοντας ότι δεν στήριξε τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση.
Αναφερόμενος στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, κάλεσε σε αποφυγή γενικεύσεων και υποκρισίας, τονίζοντας ότι δεν πρέπει να στοχοποιείται συλλήβδην το σύνολο των πολιτικών για επικοινωνίες με πολίτες, αλλά να αξιολογούνται μόνο οι περιπτώσεις που ενδέχεται να συνιστούν ποινικά αδικήματα.
Τέλος, απέρριψε τις κατηγορίες περί «καθεστώτος», σημειώνοντας ότι η ίδια η εξέλιξη της υπόθεσης αποδεικνύει τη θεσμική λειτουργία του κράτους δικαίου. Όπως υπογράμμισε, οι σχετικές έρευνες και επισυνδέσεις πραγματοποιήθηκαν από τις ελληνικές διωκτικές αρχές και ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε λογοδοσία βουλευτών, γεγονός που –κατά τον ίδιο– δεν συνάδει με τις αιτιάσεις περί αυταρχικής διακυβέρνησης.
Τι είπε για Φλωρίδη
Δεν υφίσταται κανένα ζήτημα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, ξεκαθάρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, επαναλαμβάνοντας σχετικές τοποθετήσεις του προηγούμενων ημερών.
Αναφερόμενος στην εξέλιξη της δίκης για την υπόθεση που έχει χαρακτηριστεί ως «εθνική τραγωδία», σημείωσε ότι η εικόνα της δεύτερης δικασίμου ήταν σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με την πρώτη. Όπως ανέφερε, υπήρξε καλύτερος συντονισμός μεταξύ της έδρας και των αστυνομικών αρχών, διασφαλίζοντας την παρουσία και την εύρυθμη συμμετοχή κατηγορουμένων, συνηγόρων, πολιτικώς εναγόντων και συγγενών θυμάτων.
Παράλληλα, ο κ. Μαρινάκης κατηγόρησε «μια μικρή μειοψηφία με πολιτικά κίνητρα» ότι επιχειρεί να δημιουργήσει κλίμα έντασης εντός και εκτός της αίθουσας, αναφέροντας ονομαστικά την Ζωή Κωνσταντοπούλου. Υποστήριξε ότι στόχος αυτών των παρεμβάσεων είναι η «μπαχαλοποίηση» της διαδικασίας, η ενίσχυση της κοινωνικής οργής και η παρεμπόδιση της ομαλής εξέλιξης της δίκης.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απηύθυνε έκκληση προς όλα τα πολιτικά κόμματα να στηρίξουν έμπρακτα τη λειτουργία των θεσμών, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας «τείχους προστασίας» γύρω από τη Δικαιοσύνη, χωρίς παρεμβάσεις ή δημόσια αμφισβήτηση των αποφάσεών της.
«Οι δικαστές επιτελούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο, ιδίως σε υποθέσεις με έντονη κοινωνική φόρτιση και πολυπλοκότητα», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η στήριξή τους δεν αποτελεί πολιτική επιλογή, αλλά αυτονόητη θεσμική υποχρέωση.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε «επικίνδυνες για τη Δημοκρατία» τις επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι η αντιπαράθεση που έχει προκύψει δεν είναι πολιτική, αλλά αφορά τον σεβασμό στους θεσμούς και στη λειτουργία του κράτους δικαίου.






























