Τις προτάσεις του για την Εξωτερική Πολιτική της χώρας, οι οποίες «συμπυκνώνονται» στον όρο «Εθνικής Πυξίδας» και στο σύνθημα «Ισχυρή Ελλάδα, Ελλάδα που διεκδικεί», οι οποίες περιλαμβάνουν έξι θέσεις για το σήμερα και το αύριο, παρουσίασε από την ακριτική Αλεξανδρούπολη, ο Αλέξης Τσίπρας.
Τα έξι σημεία της εθνικής πυξίδας του πρώην πρωθυπουργού, περιλαμβάνουν τις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και την Τουρκία, το Κυπριακό, την επόμενη μέρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον δρόμο για πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αλλά και το μεταναστευτικό. Ο κ.Τσίπρας, μίλησε για μια Εξωτερική Πολιτική «που να μην έχει κολλημένη τη βελόνα της στην Ουάσιγκτον και το Βερολίνο. Που να έχει σημείο αναφοράς τα εθνικά μας συμφέροντα και την Ευρώπη. Αλλά να μπορεί να κινείται και στη Δύση και στην Ανατολή. Και στον Βορρά και στον Νότο».
Επίθεση σε Μητσοτάκη: Καθιστά την Ελλάδα μέρος της εμπλοκής
Η διεθνής συγκυρία, αλλά και η στάση της κυβέρνησης απέναντι στον πόλεμο που εξαπέλυσαν απέναντι στο Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, εκ των πραγμάτων φέρνουν τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής σε πρώτο πλάνο. Ο Αλέξης Τσίπρας, παρουσιάζοντας αναλυτικά την πυξίδα του από τον Έβρο, επιτέθηκε σκληρά εναντίον του Κυριάκου Μητσοτάκη, κατηγορώντας τον πως καθιστά την Ελλάδα μέρος της εμπλοκής, αποδυναμώνοντας τις θέσεις της χώρας στα ελληνοτουρκικά. Μάλιστα, συμπλήρωσε πως «δεν μπορεί να είναι αυτό το μέλλον μας. Να είμαστε εξαρτημένοι και να αναζητούμε την εύνοια του προστάτη αντί να πατάμε στα πόδια μας και να οικοδομούμε συμμαχίες».
«Επαναδιαπραγμάτευση για την αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ»
Ως προς τις ελληνοαμερικανικές θέσεις, ο κ.Τσίπρας ζήτησε την επαναδιαπραγμάτευση τις αμυντικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, τονίζοντας ότι λέει «ναι σε συμμάχους» και «όχι σε προστάτες». Παράλληλα, απαίτησε από την κυβέρνηση να πει «όχι» στη χρήση αμερικανικών βάσεων, εάν βάζουν την χώρα σε κίνδυνο. Μίλησε για την ανάγκη να υπάρξει μια αμοιβαία επωφελείς σχέσεις και «να μην είμαστε υποτελείς ή δορυφόροι», των ΗΠΑ. Μάλιστα, άφησε σαφέστατες αιχμές για τη στάση της Ουάσιγκτον στην αποστολή των τουρκικών F-16 στην Κύπρο, αλλά και για το σύνολο των αμερικανικών «αδειασμάτων» προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη, σε ζητήματα όπως ο Eastmed, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το καλώδιο διασύνδεσης με την Κύπρο και τα «σουλάτσα» του Oruc Reis. Παράλληλα, στάθηκε αρνητικά στη συζήτηση που έχει ανοίξει για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας πως δεν θα δώσει ασφάλεια στην Κυπριακή Δημοκρατία, επιμένοντας πως η μόνη οδός για βιώσιμη λύση, μπορεί να υπάρξει μόνο υπό τον ΟΗΕ.
Αναλυτικά τα έξι σημεία της «Πυξίδας» του Αλέξη Τσίπρα
Σημείο πρώτο, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις:
Ξέρετε όλοι, ειδικά εδώ, ότι η κυβέρνησή μου δούλεψε για την αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Στηρίξαμε το FSRU και υπέγραψα τη σύμβαση για τον αγωγό φυσικού αερίου Ελλάδας-Βουλγαρίας. Καταφέραμε να καθιερώσουμε τον Στρατηγικό Διάλογο με τις ΗΠΑ, κάτι που λίγες χώρες έχουν. Ιδρύσαμε το σχήμα 3+1. Φέραμε αμερικανικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Στα ναυπηγεία της Σύρου. Στην παραγωγή ταινιών, με τον νόμο του 2017.
Ο στόχος μας ήταν πάντα σαφής: η οικοδόμηση αμοιβαία επωφελών σχέσεων. Όχι σχέσεων υποτέλειας και δορυφόρου, -για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Ανδρέα Παπανδρέου- που τόσο ακριβά έχουν κοστίσει στον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό, όταν τον Ιανουάριο του 2016 η αμερικανική κυβέρνηση ζητούσε την παραχώρηση της Σούδας να ανανεώνεται κάθε πενταετία αντί για κάθε χρόνο, απάντησα ξεκάθαρα: Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υπάρξουν συγκεκριμένα οφέλη για την Ελλάδα. Και διαπραγματευτήκαμε. Όμως, επειδή αυτά τα οφέλη δεν εξασφαλίστηκαν, μια τέτοια συμφωνία δεν προχώρησε ποτέ. Μέχρι το 2022.
Όταν ο κ. Μητσοτάκης υπέγραψε την τροποποίηση της αμυντικής συμφωνίας, παραχωρώντας όχι για πέντε χρόνια τη Σούδα, αλλά επ’ αόριστον έξι στρατιωτικές εγκαταστάσεις - και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Τότε τον ρωτούσα στη Βουλή: Τι κερδίσαμε από αυτή τη συμφωνία; Η απάντησή του ήταν ότι «αναβαθμίστηκε» η στήριξη των ΗΠΑ προς την Ελλάδα, επειδή αυξήθηκε το αμερικανικό στρατιωτικό αποτύπωμα στη χώρα. Ενώ εγώ έλεγα ότι αυτή η στήριξη θα αναβαθμιστεί μόνο αν εξασφαλίσουμε απτά οφέλη στα ελληνοτουρκικά, την αμυντική μας βιομηχανία, την ασφάλεια της χώρας.
Τέσσερα χρόνια μετά ποιος δικαιώθηκε; Ας δούμε τι συνέβη: Με την ανοχή των ΗΠΑ, ακυρώθηκαν ο αγωγός EastMed αλλά και το ηλεκτρικό καλώδιο από την Κύπρο, μετά τις προκλητικές κινήσεις τουρκικών πλοίων στην Κάσο και την Κρήτη. Υπογράφηκε το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και το Oruc Reis όργωσε την ελληνική υφαλοκρηπίδα, χωρίς ουσιαστικές αμερικανικές αντιδράσεις. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία προχώρησε σε συμφωνία για την αγορά και τον εκσυγχρονισμό F-16. Υπό όρους, μας είπε η Κυβέρνηση. Και ρωτάω, πού ήταν αυτοί οι όροι όταν η Τουρκία έστειλε πριν λίγες μέρες τρία ζεύγη F-16 στα κατεχόμενα, χωρίς κανείς να πεί κουβέντα;
Η εθνική πυξίδα που προτείνω, λοιπόν, σε αντίθεση με αυτά τα δείγματα υποτέλειας, δείχνει καθαρά: Ναι σε αμοιβαία επωφελή συνεργασία με τις ΗΠΑ. Όχι σε λευκές επιταγές. Πρέπει να εξασφαλισθούν σαφείς όροι στη Συμφωνία για την αμυντική μας συνεργασία. Ναι σε συμμάχους. Όχι σε προστάτες.
Σημείο Δεύτερο, η Κύπρος:
Η στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας απέναντι σε απειλές και κινδύνους πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Κάτι που το κάναμε και το 2015 – 2019, απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα.
Χωρίς να ξεχνάμε να αναφερθούμε στο Κυπριακό στον ΟΗΕ ή να “αδειάζουμε” δημοσίως την Κύπρο για το καλώδιο, εμείς συνεργαστήκαμε με την Κυπριακή κυβέρνηση και υιοθετήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τα πιο σκληρά συμπεράσματα για την Τουρκία. Και για πρώτη φορά στην ιστορία επιβλήθηκαν ευρωπαικές κυρώσεις στην Τουρκια για την παραβίαση της Κυπριακής ΑΟΖ. Ωστόσο, είναι επικίνδυνο λάθος, για ψηφοθηρικούς λόγους, η Κυβέρνηση και τα ΜΜΕ να χρησιμοποιούν ρητορική που οδηγεί στην στρατιωτικοποίηση του νησιού και στην παγίωση της διχοτόμησης.
Η αποσταθεροποίηση και ο πόλεμος στην περιοχή πρέπει να αποτελέσει καμπανάκι κινδύνου ώστε να θωρακιστεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Για να στηριχθεί η επανεκκίνηση των συνομιλιών για δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, στη βάση του πλαισίου Γκουτέρρες. Χωρίς εγγυητές και κατοχικά στρατεύματα, όπως κατοχυρώθηκε με τον κοινό αγώνα που δώσαμε με την Κύπρο. Γιατί όσο ισχυρή και να είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, θα είναι πάντα ευάλωτη στην αντιμετώπιση των προκλήσεων, όσο παραμένει διαιρεμένη και το ένα τρίτο της βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Και μια τέτοια προοπτική, θα το ξαναπώ, δεν γίνεται μέσω του ΝΑΤΟ. Σήμερα η Κύπρος δέχεται πιέσεις και απειλές ενώ διαθέτει μόνο τις βρετανικές βάσεις. Φανταστείτε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, τι επίπεδο στρατιωτικοποίησης θα απαιτηθεί, για να ανταποκριθεί σε ένα περιβάλλον όπου θα καλείται να αντιμετωπίσει υβριδικές απειλές από παντού;
Αυτή είναι η ασφάλεια που θέλουμε για την Κύπρο; Προφανώς όχι. Άρα ασφάλεια για τη Κύπρο σημαίνει δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ.
Τρίτο σημείο, η Ευρωπαϊκή αυτονομία και πως η Ελλάδα την υποστηρίζει:
Βλέπω τις τελευταίες δύο μέρες ότι οι ίδιοι ακριβώς που ζητοκραύγαζαν από την Κυβέρνηση για τον πόλεμο του Τραμπ και του Νετανιάχου, κατηγορόντας εμάς ότι στηρίζουμε τους μουλάδες, είναι αυτοί, που τώρα που ο Τραμπ τα βρίσκει δύσκολα, ξαφνικά σιώπησαν. Ξαφνικά, τώρα που αισθανόμαστε τις συνέπειες του πολέμου, μας λένε εντάξει είπαμε να γίνει πόλεμος, δεν είπαμε να πολεμήσουμε και εμείς….Μόλις πριν λίγες μέρες ο κ Μητσοτάκης έλεγε ότι η ασφάλεια της ναυσιπλοίας περνάει από τον αποτροπή του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν. Αυτός έκανε την σύνδεση. Δεν χρησιμοποίησε το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο για να πει ότι η ασφάλεια της ναυσιπλοίας περνάει από την άμεση κατάπαυση πυρός. Ή από τη διπλωματία και μια νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Τώρα ξαφνικά λέει δεν θα συμμετάσχει η Ελλάδα. Αλλά δεν ζητάει και ειρήνη. Ούτε απαιτεί να το πει η Ευρώπη. Θεωρώ απαραίτητο ο Έλληνας πρωθυπουργός να ζητήσει τη σύγκληση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου στην Κρήτη, ενδεχομένως και με εκπροσώπους από τις αραβικές χώρες και με εκπροσώπους της ναυτιλίας, να μιλήσει για τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ευρώπη και στην Μεσόγειο και να ζητήσει άμεση κατάπαυση πυρός. Αυτό πρέπει να κάνει ο κ. Μητσοτάκης, αν θέλει πραγματικά να προστατέψει την ελεύθερη ναυσιπλοία.
Και οι Ευρωπαικές χώρες του Νότου πρέπει να θέσουν ένα κρίσιμο ζήτημα στο επίκεντρο: Πώς θα καταστεί επιχειρησιακό το άρθρο 42.7, δηλαδή η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της Συνθήκης της Λισαβόνας. Και ταυτόχρονα, να στείλουν ένα καθαρό μήνυμα υπέρ της ειρήνης στη Μέση Ανατολή. Να πρωτοστατήσουν, ώστε η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας να εξελιχθεί σε πραγματική Κοινή Πολιτική Άμυνας, όπως ήδη προτείνει η Ισπανία. Πάνω όμως σε μια σαφή βάση: μια Κοινή Εξωτερική Πολιτική που δεν εξαντλείται στην αποτροπή, αλλά υπηρετεί ενεργά την ειρήνη και το διεθνές δίκαιο. Που ενσωματώνει τα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό στις ευρωτουρκικές θέσεις. Και παίρνει θέση στις διαπραγματεύσεις για ειρήνη στην Ουκρανία. Ζητώντας άμεσο τερματισμού της ρωσικής εισβολής, αλλά ξεκαθαρίζοντας ότι το μέλλον της Ουκρανίας δεν είναι στο ΝΑΤΟ. Είναι ευρωπαϊκό.
Σημείο τέταρτο: Η ανάκτηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής:
Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, όπως έχει ήδη η Γαλλία, και να ενισχύσει τις σχέσεις της με την Κίνα όπως κάνουν ήδη τόσες άλλες δυτικές χώρες. Με πιο τρανταχτό παράδειγμα τον Καναδά, ο Πρωθυπουργός του οποίου πριν λίγες βδομάδες είπε ότι οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να συνεργαστούν μαζί σε δικές τους πρωτοβουλίες, αντί να ανταγωνίζονται για την εύνοια των ισχυρών.
Πέμπτο σημείο, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις:
Όσα είπα για τη Κύπρο ισχύουν και εδώ. Οι πόλεμοι των τελευταίων τεσσάρων χρόνων δεν είναι, όπως κάποιοι λένε, ευκαιρία για να γίνουμε ακόμη πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη της Δύσης. Αλλά καμπανάκι κινδύνου να φτάσει ο πόλεμος και στη γειτονιά μας. Την ίδια στιγμή που θα προασπίζουμε αποφασιστικά την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα επί του πεδίου, όπως εμείς κάναμε με το Barbaros το 2018 ή με τις κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας το 2019, θα πρέπει να δουλεύουμε εντατικά για την ειρήνη και την σταθερότητα ώστε να αποφύγουμε νέες κρίσεις. Να έχουμε στρατηγική με αρχή, μέση και τέλος για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μας και την επέκταση των χωρικών μας υδάτων μέχρι τα 12 νμ. Μια στρατηγική που μεγαλώνει την Ελλάδα, διασφαλίζοντας όμως την ίδια στιγμή την ειρήνη και τη σταθερότητα. Και κυρίως να μην αξιοποιούμε τα κρίσιμα εθνικά μας θέματα για πολιτική κερδοσκοπία και ψηφοθηρία. Όπως πολλές φορές έπραξε η σημερινή κυβέρνηση με τα ελληνοτουρκικά, αλλά και με το μειονοτικό εδώ στη Θράκη.
Για να θυμηθώ τον άθλιο και εθνικά επιζήμιο τρόπο, με τον οποίο επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν το ζήτημα της μουσουλμανικής μειονότητας στις τελευταίες εκλογές. Αντι λοιπόν για μεθοδεύσεις ψηφοθηρικού χαρακτήρα, αυτό που χρειάζεται είναι περισσότερες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στη Θράκη. Μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες όχι μόνο για να στηριχθούν τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας και η κοινωνική συνοχή, αλλά και για να αντιμετωπιστεί η παρέμβαση της Τουρκίας στην περιοχή. Γιατί η μουσουλμανική μειονότητα, δεν χρειάζεται προστάτες. Χρειάζεται μια Ελληνική Πολιτεία που να λειτουργεί αποτελεσματικά και να θωρακίζει την ισονομία και την ισοπολιτεία.
Σημείο Έκτο και τελευταίο:
Η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική και πολιτική ασύλου. Που να προστατεύει τα σύνορα τόσο απέναντι στους διακινητές, όσο και στην εργαλειοποίηση των μεταναστών. Να προστατεύει όμως τα σύνορα στη βάση του διεθνούς δικαίου- προστατεύοντας την ίδια στιγμή την ανθρώπινη ζωή. Μια τέτοια στρατηγική περιλαμβάνει την επιστροφή στην Τουρκία όσων δεν δικαιούνται άσυλο. Αλλά και μια σοβαρή διαδικασία νόμιμης ένταξης και συμπερίληψης προσφύγων και μεταναστών στην αγορά εργασίας. Κάτι που έχει ανάγκη η χώρα μας τόσο σε οικονομικό επίπεδο, για λόγους κοινωνικής συνοχής, αλλά και – το τονίζω αυτό – για λόγους ασφάλειας.




























