Η φιλανθρωπία, στην πιο σάπια και εκφυλισμένη εκδοχή της, δεν είναι αλληλεγγύη· είναι βιομηχανία, είναι εργαλείο πλουτισμού και μηχανισμός πολιτικής χειραγώγησης.
Στην εποχή της πλήρους διάλυσης του κράτους πρόνοιας, όπου η δημόσια υγεία, η παιδεία και η κοινωνική μέριμνα ξεπουλιούνται συστηματικά σε ιδιώτες, εμφανίστηκαν οι σύγχρονοι «τηλευαγγελιστές» του 21ου αιώνα: επιτήδειοι, επαγγελματίες της «καλοσύνης» και κυκλώματα που μετέτρεψαν τον ανθρώπινο πόνο σε χρυσωρυχείο.
Το μοντέλο είναι γνωστό, καλοκουρδισμένο και βαθιά κυνικό. Μέσα από ένα αδιαφανές πλέγμα ορισμένων ΜΚΟ, «φιλανθρωπικών» εράνων και φανταχτερών εκστρατειών στα μέσα ενημέρωσης, στα social ,χιλιάδες ευρώ που συγκεντρώθηκαν από το υστέρημα ευαίσθητων πολιτών δεν έφτασαν ποτέ εκεί που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Αντίθετα, τροφοδότησαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς κυκλωμάτων που έμαθαν να ζουν παρασιτικά στην πλάτη των φτωχών, των αρρώστων και των κατατρεγμένων.
Αυτό το φαγοπότι, όμως, δεν συνέβη εν κενώ. Οι σύγχρονοι έμποροι ελπίδας δεν δρουν ανεξάρτητα. Αποτελούν το μακρύ χέρι ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Η εκχώρηση των κοινωνικών δομών σε ιδιώτες και «αλληλέγγυες» εργολαβίες εξυπηρετεί έναν διπλό στόχο. Τα δημόσια κονδύλια και οι δωρεές των πολιτών μετατρέπονται σε ιδιωτικά κέρδη χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο ή λογοδοσία.
Η στάση της πολιτείας σε αυτό το αίσχος δεν είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή ανικανότητας· είναι συνειδητή πολιτική επιλογή και σύμπραξη. Η πολιτεία, αποποιήθηκε πλήρως τις συνταγματικές της υποχρεώσεις για την περίθαλψη και προστασία των ασθενών, αποδεκάτισε το κοινωνικό κράτος,το οποίο θεωρεί δημοσιονομικό βαρίδι, και μετέτρεψε την κοινωνική μέριμνα από δικαίωμα του πολίτη σε εργολαβία «ευαισθησίας». Με την εγκληματική της αδράνεια, τη συστηματική έλλειψη ελέγχων και την κάλυψη που παρείχε σε ύποπτες ΜΚΟ, η πολιτική εξουσία δεν άφησε απλώς το πεδίο ελεύθερο στα αρπακτικά, αλλά έστησε το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέριεψε η ασυδοσία.
Πίσω από τη ρητορική περί «σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα», η κυβερνητική μηχανή χρησιμοποίησε αυτά τα κυκλώματα ως βολικό προπέτασμα καπνού. Απέσυρε τη δημόσια χρηματοδότηση από νοσοκομεία, σχολεία και κοινωνικές δομές, αφήνοντας τις ανάγκες των πιο ευάλωτων να καλύπτονται από την ελεημοσύνη των εράνων. Η πολιτεία μετατράπηκε έτσι στον μεγαλύτερο διακινητή πολιτικής ομηρίας: παρέδωσε την αξιοπρέπεια της κοινωνίας στα χέρια κομματικά ημετέρων και «φιλανθρώπων», εξαγοράζοντας τη σιωπή των εξαθλιωμένων και μετατρέποντας την ανάγκη για επιβίωση σε εργαλείο χειραγώγησης της ψήφου.
Όταν η επιβίωση του αδύναμου εξαρτάται από τη «χάρη» μιας ΜΚΟ ή ενός κομματικά κατευθυνόμενου φιλανθρωπικού δικτύου, τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα εξαφανίζονται. Η αξιοκρατία μετατρέπεται σε όπλο ομηρίας, η αλληλεγγύη σε πελατειακό εργαλείο και η ψήφος σε προϊόν συναλλαγής.
Όταν η προστασία του πολίτη μετατρέπεται από συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας σε φιλανθρωπική ελεημοσύνη, η δημοκρατία υποχωρεί. Οι μάσκες των δήθεν ευεργετών πρέπει να πέσουν. Το αίτημα δεν είναι απλώς η τιμωρία των επίδοξων καταχραστών που πλούτισαν από τους εράνους, αλλά η πλήρης ανατροπής της λογικής που παραδίδει τα κοινωνικά αγαθά στα χέρια των εμπόρων της φτώχειας.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια)























