Τι συμβαίνει άραγε με τα data centers και υπάρχουν μαζικές αντιδράσεις εναντίον τους, αντιδράσεις που ξεκινώντας από τις ΗΠΑ δημιουργούν νέα πολιτικά δεδομένα; Και τι είδους «ανάπτυξη» φέρνουν στους τόπους όπου εγκαθίστανται; Πάμε να το δούμε, απαντώντας σε μερικά βασικά ερωτήματα και ξεκινώντας από το τι είναι τα data centers.
Τα data centers είναι βιομηχανικές μονάδες που τροφοδοτούνται με δεδομένα, ενέργεια και νερό και παράγουν προϊόντα του ψηφιακού κόσμου. Είναι γεμάτα servers, συστήματα ψύξης, υποσταθμούς και εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ, περιφρουρούνται όλο το 24ωρο και ελέγχονται από μια χούφτα εταιρείες. Η πρακτική μέχρι σήμερα δείχνει ότι οι τοπικές κοινωνίες βάζουν τη γη, την ενέργεια, τα δίκτυα, το νερό και τους δρόμους. Ο επενδυτής παίρνει την υπολογιστική ισχύ, τους πελάτες, τα δεδομένα και τα κέρδη. Για το τι παίρνουν οι τοπικές κοινωνίες και η χώρα θα επανέλθουμε.
Γιατί έχουμε έκρηξη επενδύσεων;
Data centers υπήρχαν και πριν, χάρη σε αυτά είχαμε όλες τις εφαρμογές του Διαδικτύου. Η τεχνητή νοημοσύνη όμως προϋποθέτει μαζική επεξεργασία πληροφοριών σε αδιανόητη μέχρι πρόσφατα κλίμακα, και αυτό δημιουργεί μια παγκόσμια υστερία για επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων ως το 2035. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη χρήσιμες εφαρμογές, στην ιατρική, στην επιστήμη ή στη διαχείριση πόρων, ωστόσο είναι η φρενίτιδα για τη λεγόμενη Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη που δικαιολογεί τέτοιας κλίμακας επενδύσεις, με αποτελέσματα δυσανάλογα μικρά σε σχέση με το κόστος τους, στο όνομα μιας τεχνολογικής πανάκειας που θα έρχεται πάντα «δέκα χρόνια αργότερα».
Οι παραδοσιακοί ευρωπαϊκοί κόμβοι επενδύσεων είναι πλέον κορεσμένοι και οι επενδυτές στρέφονται στη ΝΑ Ευρώπη, ενώ η ΕΕ σχεδιάζει να τριπλασιάσει τη δυναμικότητα των data centers μέσα σε πέντε έως επτά χρόνια.
Η μελέτη της PwC για λογαριασμό της κυβέρνησης κατέγραψε, για την περίοδο 2024-2025, επενδυτικό ενδιαφέρον για νέα data centers με εικοσαπλάσια ισχύ σε σχέση με όσα λειτουργούν σήμερα. Την άνοιξη του 2026 εκκρεμούσαν 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό δίκτυο, το 65% εξ αυτών στην Αττική, η οποία, μαζί με την Κρήτη και την Πελοπόννησο, συγκαταλέγεται στις περιοχές με την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα και ταυτόχρονα τη χαμηλότερη ενεργειακή διαθεσιμότητα.
Γιατί αντιδρούν οι τοπικές κοινωνίες;
Οι επενδυτές αλλά και πολύ συχνά οι κυβερνήσεις απαξιώνουν τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών αποδίδοντας τες στο περίφημο σύνδρομο NIMBY (Not In My Back Yard - όχι στην πίσω αυλή μου), που χρησιμοποιείται για να χαρακτηριστούν οι αντιδρώντες ως πάσχοντες από κάποιο ψυχολογικό σύνδρομο. Πρόκειται για έκφραση που χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει (απολύτως αποτυχημένα) αντιδράσεις σε χωροθετήσεις χώρων ταφής αποβλήτων, οπότε όσοι το χρησιμοποιούν ως βολική εξήγηση οφείλουν τουλάχιστον να προβληματιστούν για το πως γίνεται οι απλοί άνθρωποι να φοβούνται τα data centers όσο και μία χωματερή. Το επιχείρημα αυτό έχει σαν στόχο να κλείνει γρήγορα και εύκολα κάθε συζήτηση αμφισβήτησης της ανάγκης δημιουργίας νέων data centers, με το πρόσχημα ότι οι αντιδράσεις είναι ακατανόητες ή απλά θέμα ψυχολογικών διαθέσεων, ωστόσο στην πράξη χρησιμεύει για να αποφευχθεί κάθε συζήτηση για τις πραγματικές υλικές επιπτώσεις των data centers σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή.
Ωστόσο τα δεδομένα αρκετών μελετών και πρόσφατων ερευνών κονιορτοποιούν την απόδοση των αντιδράσεων στο σύνδρομο NIMBY. Το 2013, επιστημονικές έρευνες σε δύο ελληνικές περιπτώσεις αιολικών πάρκων έδειξαν ότι ο σημαντικότερος παράγοντας αντίθεσης ήταν η αίσθηση αδικίας στη διαδικασία χωροθέτησης, μαζί με τους κινδύνους και το κόστος για την τοπική κοινωνία. Το ίδιο δείχνει και πρόσφατη πειραματική έρευνα στη Γερμανία, που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications. Ένα data center που ανεβάζει κατά 20% τις τοπικές τιμές ρεύματος χάνει περίπου 20% της αρχικής υποστήριξης, η πίεση στο νερό και η απειλή λειψυδρίας κοστίζει 13%, ενώ ακόμα και 250 νέες θέσεις εργασίας (κάτι μάλλον αδιανόητο για τη μεγάλη πλειοψηφία των data centers στην Ελλάδα) προσθέτουν μόλις 10% στην αποδοχή. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι δεν ζυγίζουν αν είναι υπέρ ή κατά της ψηφιακής οικονομίας γενικά, υπολογίζουν και εκτιμούν τι σημαίνει το κάθε συγκεκριμένο έργο για τον τόπο τους.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται μία πολύ πρόσφατη και μαζική έρευνα στις ΗΠΑ: το 61% των ερωτηθέντων αντιτίθεται σε νέο data center στην περιοχή του (από 49% λίγους μήνες νωρίτερα), χωρίς ωστόσο να μεταβληθούν οι γενικότερες απόψεις των πολιτών για την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή οικονομία. Κάποιοι κάτοικοι που μίλησαν στην Washington Post το είπαν ξεκάθαρα: δεν είμαστε εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης, δεν θέλουμε όμως να πληρώσουμε εμείς το κόστος της.
Ποιες είναι όμως οι επιπτώσεις των data centers;
Με βάση την εξαιρετική σύνοψη του Ινστιτούτου Πόρων του Κόσμου (World Resource Institute), οι χειροπιαστές επιπτώσεις των data centers, που δεν αφορούν το μέλλον αλλά καταγράφονται ήδη εμπειρικά, είναι οι ακόλουθες.
1. Ενέργεια: ένα σύγχρονο data center καταναλώνει ενέργεια σχεδόν όσο 100.000 νοικοκυριά, ορισμένα δε καταναλώνουν έως και 20 φορές περισσότερο. Το 2025 οι Αμερικανοί πλήρωσαν σχεδόν 10% ακριβότερο ρεύμα σε σχέση με το 2024, σε σημαντικό βαθμό λόγω της ζήτησης των νέων data centers. Και η επιβάρυνση είναι σαφώς τοπική: σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, σε περιοχές κοντά σε data centers η χονδρική τιμή του ρεύματος αυξήθηκε έως και 267% σε πέντε χρόνια, ενώ πάνω από το 70% των κόμβων όπου καταγράφηκαν αυξήσεις βρίσκονταν σε απόσταση έως 80 χιλιομέτρων από περιοχές με σημαντική συγκέντρωση data centers. Στην Ιρλανδία, τα data centers κατανάλωσαν το 2025 το 23% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, από μόλις 5% το 2015 – για σύγκριση, το σύνολο των νοικοκυριών κατανάλωσε 28%. Η συνέπεια ήταν άμεση: από το 2021 πάγωσαν ουσιαστικά οι νέες συνδέσεις στο δίκτυο γύρω από το Δουβλίνο, ενώ η πρόβλεψη είναι ότι το μερίδιο των data centers στο ηλεκτρικό ρεύμα θα φτάσει το 31% ως το 2034.Είναι πλέον σαφές ότι στα τοπικά ενεργειακά δίκτυα τα data centers λειτουργούν ανταγωνιστικά με άλλες χρήσεις, κάτι που δυστυχώς δεν μελετάται συστηματικά πριν τις χωροθετήσεις, όπως αποκάλυψε σχετική έρευνα της ομάδας Solomon.
2. Νερό: ένα μεσαίου μεγέθους data center χρειάζεται περίπου 1.100 κυβικά μέτρα νερό την ημέρα. Ένα μεγάλο φτάνει τα 19.000 κυβικά, περίπου όσο καταναλώνει μια μικρή πόλη. Σε παγκόσμια κλίμακα, σχετική μελέτη εκτιμά ότι η ζήτηση νερού για τεχνητή νοημοσύνη θα αντιστοιχεί το 2027 σε 4,2 έως 6,6 δισ. κυβικά μέτρα, περισσότερο από τη συνολική ετήσια άντληση τεσσάρων έως έξι χωρών σαν τη Δανία. ΗΠΑ, τα δύο τρίτα όσων data centers χτίστηκαν ή σχεδιάζονται μετά το 2022 βρίσκονται σε περιοχές με λειψυδρία. Αν σας ενδιαφέρει πως εξηγείται αυτό το παράδοξο, δείτε το σημείο 6 που ακολουθεί. Επισημαίνεται ότι το κύριο θέμα δεν είναι το ποσοστό νερού που καταναλώνουν τα data centers σε εθνικό επίπεδο, αλλά το γεγονός ότι σε τοπικό επίπεδο γίνονται ανταγωνιστικά με άλλες χρήσεις νερού. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται και από το ότι σε πολλές περιοχές οι περίοικοι βιώνουν σημαντική πτώση πίεσης του δικτύου κατά τις ώρες αιχμής των data centers.
3. Ατμόσφαιρα: οι εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ, που εξασφαλίζουν 24ωρη λειτουργία, εκπέμπουν 200 έως 600 φορές περισσότερα οξείδια του αζώτου από μια μονάδα καύσης φυσικού αερίου. Στη Βιρτζίνια υπολογίστηκε ότι ακόμη και η περιορισμένη χρήση τους μπορεί να κοστίζει περίπου 300 εκατ. δολάρια τον χρόνο σε δημόσια υγεία.
4. Θόρυβος: Ο θόρυβος από τις μεγάλες γεννήτριες πλησιάζει τα 100 ντεσιμπέλ, όσο δηλαδή ένα κομπρεσέρ, αλλά και χωρίς τις γεννήτριες υπάρχουν σοβαρά παράπονα για διαρκή όχληση, ιδιαίτερα σε κοντινά σπίτια.
5. Έδαφος: η μέση έκταση ενός data center έφτασε το 2024 περίπου τα 900 στρέμματα, 144% περισσότερο από ότι ήταν το 2022, και τα μεγαλύτερα συγκροτήματα ξεπερνούν τα 4.000 στρέμματα. Στο Οχάιο, η πρόταση να γίνουν 1.200 στρέμματα αγροτικής γης ζώνη για data center αποσύρθηκε μετά από μαζικές αντιδράσεις.
6. Κοινωνική αδικία: στις ΗΠΑ τα data centers, όπως και οι περισσότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που προκαλούν όχληση, φτιάχνονται εκεί που οι κάτοικοι έχουν τη λιγότερη δύναμη να αντιδράσουν. Σε ανασκόπηση περίπου 700 data centers, σχεδόν τα μισά βρίσκονταν σε περιοχές με περιβαλλοντική επιβάρυνση αρκετά πάνω από τον μέσο όρο και μεγάλη φτώχεια.
7. Οικονομία: έρευνα σε περισσότερα από 1.200 data centers στις ΗΠΑ έδειξε ότι ακόμη και τα μεγαλύτερα απασχολούν λιγότερους από 150 μόνιμους εργαζόμενους, και κάποια μόλις 25. Οι φοροαπαλλαγές και τα κίνητρα εγκατάστασης απομειώνουν επίσης δραστικά τα όποια τοπικά φορολογικά έσοδα σε σχέση με όσα υπόσχονται αρχικά οι επενδυτές.
Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των υλικών που χρησιμοποιούνται στα data centers. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ υπολογίζει ότι απαιτούνται περίπου 70 τόνοι μετάλλων ανά μεγαβάτ ισχύος, ποσότητα που σύμφωνα με άλλη έρευνα τριπλασιάζεται ή τετραπλασιάζεται με τη σύνδεση στο δίκτυο. Συνολικά, σύμφωνα με πρόσφατη εργασία, τα data centers χρειάστηκαν 692.000 τόνους μετάλλων το 2025, ποσότητα που μπορεί να φτάσει στα 2,6 εκατ. τόνους το 2035.
Δεν υπάρχουν όμως και τοπικά οφέλη; Δεν θα δημιουργηθούν κόμβοι τεχνητής νοημοσύνης με πολλά data centers;
Τα τοπικά οφέλη είναι ελάχιστα, και τα περισσότερα είναι προσωρινά. Η κατασκευή φέρνει εκατοντάδες εργάτες για λίγους μήνες. Η λειτουργία απασχολεί 30 με 50 μόνιμους εργαζόμενους. Και υπάρχει και ο λογαριασμός που έρχεται αργότερα. Οι υποσταθμοί, τα δίκτυα και οι αγωγοί φτιάχνονται για να λειτουργούν 30 χρόνια. Αν όμως ο επενδυτής φύγει νωρίτερα, η τοπική κοινωνία συνεχίζει να πληρώνει υποδομές φτιαγμένες στα μέτρα του.
Ένα κτίριο με servers από μόνο του δεν δημιουργεί οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων έχουμε ιδιώτες επενδυτές, ξένη τεχνολογία - μαύρο κουτί, ξένη διοίκηση, διεθνείς πελάτες, και από κάτω τοπική γη, ρεύμα και νερό. Πού ακριβώς βρίσκεται η προστιθέμενη αξία; Πόση τεχνογνωσία μένει στη χώρα ή την τοπική κοινωνία; Πόσα πανεπιστήμια και ελληνικές επιχειρήσεις συμμετέχουν στην αλυσίδα αξίας;
Με τον τρόπο που προωθούνται σήμερα οι επενδύσεις, οι απαντήσεις είναι αρνητικές, και η χώρα δεν δημιουργεί κόμβους τεχνητής νοημοσύνης. Η χώρα γίνεται χώρος εγκατάστασης και η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει μια «ανάπτυξη» που μετριέται σε μεγαβάτ και τσιμεντοποίηση και όχι σε τεχνογνωσία, εισόδημα και ποιότητα ζωής. Η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει χώρος και όχι χώρα: ένα πεδίο από το οποίο αντλούνται πόροι για να παραχθεί αξία αλλού.
Θα δεχόμαστε ένα περιβαλλοντικά τέλειο data center;
Για αρχή, δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο περιβαλλοντικά αποδοτικό είναι ένα data center. Η έρευνα του Solomon και των συνεργατών του αποκάλυψε ότι η ΕΕ χαρακτηρίζει εμπορικά απόρρητα τα στοιχεία κατανάλωσης ενέργειας και νερού κάθε εγκατάστασης. Οι προτεινόμενες νέες ετικέτες (Α έως G) θα δείχνουν μόνο την αποδοτικότητα, όχι τη συνολική κατανάλωση, με διατυπώσεις που η Microsoft και η DigitalEurope πρότειναν και η Κομισιόν ενσωμάτωσε σχεδόν αυτούσιες.
Η Microsoft και άλλες εταιρείες ανακοινώνουν βέβαια data centers με κλειστά κυκλώματα ψύξης χωρίς εξάτμιση νερού, ανακυκλωμένο νερό, αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας στην τηλεθέρμανση και χωροθέτηση κοντά σε ΑΠΕ. Όμως τα πρώτα τέτοια data centers της Microsoft θα μπουν σε λειτουργία από τα τέλη του 2027, τα υπάρχοντα θα συνεχίσουν να λειτουργούν όπως σήμερα, η ψύξη χωρίς νερό απαιτεί περισσότερο ρεύμα και δίκτυα τηλεθέρμανσης στην Ελλάδα υπάρχουν μόνο σε ελάχιστες πόλεις.
Επί της ουσίας, το πρόβλημα δεν είναι το όποιο data center από μόνο του, αλλά σε ποιο περιβάλλον έρχεται να προστεθεί και εάν η γη, το ρεύμα και το νερό που θα δεσμεύσει θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλες κοινωνικές ανάγκες. Ακόμα και εάν οι επιπτώσεις θεωρηθούν σταγόνες νερού, το ερώτημα είναι εάν αυτές οι σταγόνες ξεχειλίζουν το ποτήρι σε τοπικό επίπεδο.
Υπάρχει όμως και μία άλλη πλευρά. Θα δεχόμαστε εύκολα ένα data center που θα φιλοξενεί υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης για την επιτήρηση Παλαιστινίων στη Γάζα ή ψηφοφόρων σε επικείμενες εκλογές; Θα δεχόμαστε ένα data center που υποστηρίζει βομβαρδισμούς αμάχων; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υποδομή και οι επιπτώσεις της, αλλά και ο ίδιος ο σκοπός που εξυπηρετεί. Και αυτό ακριβώς παραμένει εκτός συζήτησης, καθώς ο σκοπός και οι χρήσεις αφορούν αποκλειστικά τους επενδυτές – ιδιοκτήτες και οι τοπικές κοινωνίες δεν μαθαίνουν τίποτα σχετικό.
Μήπως όμως οι αντιδράσεις εναντίο των data centers είναι τεχνοφοβικές αντιδράσεις εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι τεχνολογία παγκόσμιας κλίμακας και τα data centers είναι η φυσική υποδομή της, με το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Το «που θα υλοποιηθεί η φυσική υποδομή» είναι το πρώτο ερώτημα για οποιαδήποτε σοβαρή πολιτεία, αν δεν θέλουμε να επαναληφθούν οι τραγικές ανεξέλεγκτες χωροθετήσεις φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων, με τις τεράστιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και οι εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις με δήθεν «χωροταξικά» σχέδια.
Είναι άλλο η τεχνολογία και άλλο η φυσική υποδομή της. Αν κάποιος πει «αυτή δεν είναι η σωστή θέση για ένα αεροδρόμιο», δεν είναι εναντίον των αεροπλάνων. Γιατί λοιπόν, όταν μιλάμε για data centers, η διαφωνία με μια χωροθέτηση να βαφτίζεται αυτομάτως αντίθεση στην τεχνητή νοημοσύνη;
Ας το πάμε όμως ένα βήμα παραπέρα. Όλοι σήμερα μιλάνε για τους τεράστιους κινδύνους που ελλοχεύει η ταχύτατη και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και από πολλές πλευρές υποστηρίζεται η ανάγκη επιβράδυνσης και φρένου. Και όμως, οι ίδιες οι εταιρείες που προειδοποιούν για τους κινδύνους μιας μελλοντικής υπερνοημοσύνης επιταχύνουν την κούρσα προς αυτήν, ενώ η υπαρκτή τεχνητή νοημοσύνη ήδη αναδιανέμει πλούτο προς τα πάνω, επεκτείνει την επιτήρηση και συγκεντρώνει πρωτοφανή οικονομική και πολιτική ισχύ.
Η επιβράδυνση είναι η βασική προϋπόθεση για τον κοινωνικό έλεγχο μίας τεχνολογίας που ελέγχεται αποκλειστικά από εταιρείες και ανθρώπους που θυμίζουν αυτό που φέρεται να έλεγε ο Κέινς: «Καπιταλισμός είναι αυτή η εξαιρετική πίστη ότι οι χειρότεροι των ανθρώπων με τα χειρότερα των κινήτρων θα δουλέψουν από κοινού, με κάποιο τρόπο, για το καλό όλων». Και ο πιο χειροπιαστός μοχλός επιβράδυνσης που έχει μια κοινωνία είναι ακριβώς ο έλεγχος της γης, του νερού και των ενεργειακών δικτύων, δηλαδή η αργή, προσεκτική και υπό σαφείς όρους χωροθέτηση των data centers. Και ούτε είναι τυχαίο ότι πολλές χώρες, ήδη από το 2020, πάγωσαν ή επιβράδυναν τις αδειοδοτήσεις μέχρι να βρεθούν θεσμικά μέτρα και να φτιαχτεί μία κατάλληλη νομοθεσία ελέγχου.
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας. Τα βιβλία του «Waste Side Stories Απόβλητοι – Απόβλητα και Μεταβολικά Ρήγματα» και «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Τόπος)

































