Το σημαντικότερο στοιχείο των εξαγγελιών του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ δεν ήταν οικονομικό αλλά πολιτικό. Πέρα από την εντυπωσιακή απουσία οποιασδήποτε συγκροτημένης κοστολόγησης —δεν παρουσιάστηκε ούτε ένας συγκεντρωτικός πίνακας με τα μέτρα και τη δημοσιονομική τους επίπτωση— ο Πρωθυπουργός επιχείρησε, έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας, να εμφανιστεί ταυτόχρονα ως ο επιτυχημένος κυβερνήτης της προηγούμενης περιόδου και ως ο μεταρρυθμιστής που έρχεται να διορθώσει τα προβλήματα της επόμενης.
Η αντίφαση είναι προφανής. Δεν μπορεί κάποιος να διεκδικεί την πολιτική πατρότητα της σημερινής κατάστασης όταν αυτή παρουσιάζεται ως επιτυχία και, την ίδια στιγμή, να εμφανίζεται ως η εναλλακτική απέναντί της όταν οι συνέπειές της γίνονται δυσάρεστες. Αν η κυβέρνηση αλλάζει πολιτική, οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν το έκανε νωρίτερα. Αν, αντίθετα, συνεχίζει την ίδια πολιτική, πρέπει να εξηγήσει γιατί, ύστερα από επτά χρόνια εφαρμογής, χρειάζεται ακόμη μία τετραετία για να πετύχει αυτά που είχε εξαρχής υποσχεθεί.
Το πρόβλημα δεν είναι ο τετραετής ορίζοντας, άλλωστε κάθε σοβαρό σχέδιο χρειάζεται χρόνο και σταδιακή εφαρμογή. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πρόγραμμα για το μέλλον μια σειρά από διορθώσεις στις συνέπειες της δικής της διακυβέρνησης. Μειώνει τα τεκμήρια που η ίδια νομοθέτησε, ενισχύει τους συνταξιούχους επειδή η αγοραστική τους δύναμη εξανεμίστηκε, υπόσχεται αύξηση του κατώτατου μισθού επειδή ο σημερινός δεν καλύπτει το κόστος ζωής, ανακοινώνει νέο στεγαστικό πρόγραμμα επειδή η κατοικία έγινε απρόσιτη και δεσμεύεται για φθηνότερο ρεύμα επειδή οι προηγούμενες παρεμβάσεις της απέτυχαν.
Με αυτή την έννοια, οι εξαγγελίες λειτουργούν ως ένας ακούσιος κυβερνητικός απολογισμός, ο οποίος όμως δεν περιγράφει τον μετασχηματισμό της χώρας αλλά την κοινωνική και πολιτική φθορά της κυβέρνησης. Ελεύθεροι επαγγελματίες, συνταξιούχοι, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι και κάτοικοι της περιφέρειας εμφανίζονται διαδοχικά ως αποδέκτες ενισχύσεων, ακριβώς επειδή αποτελούν κοινωνικές ομάδες που έχουν επιβαρυνθεί ή απομακρυνθεί πολιτικά, με αποτέλεσμα κάθε νέα παροχή να αποκαλύπτει και ένα διαφορετικό τμήμα της κοινωνικής συμμαχίας που αποσυντίθεται.
Οι επιμέρους ανακοινώσεις επιβεβαιώνουν αυτή τη λογική. Τα 1,5 δισ. ευρώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν αποτελούν άμεση χρηματοδότηση αλλά δάνεια και εγγυήσεις, επομένως η υποτιθέμενη στήριξη θα περάσει ξανά μέσα από τραπεζικά κριτήρια, τα οποία συχνά αποκλείουν τις μικρότερες και περισσότερο ευάλωτες επιχειρήσεις. Στο στεγαστικό, το «Σπίτι μου 3» ακολουθεί ξανά τη στρατηγική χρηματοδότησης της ζήτησης, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας. Η προφανής συνέπεια είναι η αύξηση των τιμών. Στην ενέργεια, η εξαγγελία για μείωση της χονδρικής τιμής κατά 30% παρουσιάζει τον επιθυμητό στόχο χωρίς να εξηγούνται ο μηχανισμός παρέμβασης, ο τρόπος ελέγχου της αγοράς και, κυρίως, το ποσοστό της μείωσης που θα φτάσει τελικά στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Όμως το πιο προβληματικό είναι ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά». Εφόσον η κρατική ενίσχυση συνδέεται με την ιδιωτική αποταμίευση της οικογένειας, τα παιδιά των οικονομικά ισχυρότερων οικογενειών θα λαμβάνουν μεγαλύτερη δημόσια ενίσχυση. Με απλά λόγια, επιδοτεί την ανισότητα.
Τελικά, επειδή ο απολογισμός της επταετίας δεν αρκεί πλέον για να συσπειρώσει το πολιτικό του ακροατήριο, ο κ. Μητσοτάκης επανέρχεται αναγκαστικά και στο αντι-Τσίπρα μέτωπο, σαν να μπορεί η πολιτική αντιπαράθεση του 2019 να απαντήσει στα προβλήματα του 2026. Έτσι παραδέχεται εμμέσως ότι το δικό του έργο δεν αρκεί πλέον ως αυτοτελές πολιτικό επιχείρημα. Όμως η κοινωνία δεν συγκρίνει τη σημερινή της κατάσταση με τις προεκλογικές προειδοποιήσεις του παρελθόντος αλλά με τους σημερινούς μισθούς, τα σημερινά ενοίκια και τους σημερινούς λογαριασμούς.
Η φετινή ΔΕΘ ήταν, τελικά, η προσπάθεια ενός φθαρμένου Πρωθυπουργού να ξανασυστηθεί ως καινούργιος, χωρίς προηγουμένως να απολογηθεί για όσα έγιναν κατά την περίοδο στην οποία ο ίδιος κυβέρνησε. Έπειτα από επτά χρόνια, όμως, η υπόσχεση χωρίς απολογισμό δεν αποτελεί νέα προοπτική αλλά ανακύκλωση της παλιάς. Το βασικό πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ότι του λείπει ακόμη μία εξαγγελία, αλλά ότι του λείπει πλέον η αξιοπιστία για να την παρουσιάσει ως νέα αρχή.
(O Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι Τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ. - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)
























