Αυτό που δεν ομολογείται εύκολα στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα είναι το γεγονός ότι η ανάδειξη της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης με ευρύτερες φιλοδοξίες (global power) οφείλεται σε σημαντικό βαθμό (και) στην στρατηγική που ακολουθήσαμε από το 2004 Ελλάδα και Κύπρος. Την αποκλείσαμε από την Ευρώπη και την οδηγήσαμε στη... Μέκκα. Ελλάδα και Τουρκία εντάσσονται ταυτόχρονα το 1952 στο ΝΑΤΟ προκειμένου από κοινού θεσμικά να ενσωματωθούν στη Δύση. Η λογική των Δυτικών πρωτευουσών ήταν τότε ότι Ελλάδα και Τουρκία, ανεξάρτητα από την ιστορία, πολιτισμό και αξίες τους, θα πορεύονται με παρόμοια βήματα και ρυθμό στο Δυτικό χώρο. Η Τουρκία μπόρεσε να υποβάλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ μόλις το 1987 αλλά η Ελλάδα (που είχε ενταχθεί στην ΕΕ από το 1981) άσκησε βέτο στην επιλογή αυτή. Η αρνητική αυτή ελληνική θέση εγκαταλείφθηκε στο πλαίσιο του μεγάλου διαπραγματευτικού πακέτου (grand bargaining) του Ελσίνκι το 1999. Το κρίσιμο αυτό πακέτο περιείχε τέσσερα κύρια στοιχεία: (α) ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με τις λοιπές υποψήφιες χώρες, (β) επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, (γ) έναρξη διαδικασίας ένταξης Τουρκίας στην Ένωση, (δ) διευθέτηση των Ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Το πακέτο συνιστούσε δηλαδή μια αλληλουχία στόχων, η ακύρωση ενός εκ των οποίων θα το οδηγούσε σε ναυάγιο. Κι όμως Κύπρος και Ελλάδα «τίναξαν στον αέρα το πακέτο» αφού, πρώτον, η Κύπρος απέρριψε (σε δημοψήφισμα) τη λύση του Κυπριακού προβλήματος / Σχέδιο ΟΗΕ – Ανάν (2004) ενώ η Ελλάδα το 2004 επίσης τη δέσμη συγκλίσεων για τη διευθέτηση των Ελληνοτουρκικών διαφορών.
Οι δύο αυτές απορρίψεις σχεδόν έπεισαν τον τότε Ευρωπαϊστή Ερντογάν ότι ο στόχος της ένταξης της Τουρκίας ήταν μάταιος, ανέφικτος. Και ως εκ τούτου θα έπρεπε να προτεραιοποιήσει την ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη και από τη θέση αυτή να διαπραγματευθεί την ευρωπαϊκή ένταξη. Η αντίληψη αυτή ενισχύθηκε το 2005 όταν η Κύπρος πάγωσε οκτώ διαπραγματευτικά ενταξιακά κεφάλαια (λόγω μη εφαρμογής από την Τουρκία της τελωνειακής ένωσης). Και όταν το 2007 ο πρόεδρος της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί σε συνεργασία με την καγκελάριο της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ δήλωσαν ανοιχτά ότι η Τουρκία (κυρίως για λόγους πληθυσμιακούς) «δεν χωράει» στην Ένωση. Ουσιαστικά δηλαδή έκλεισαν την πόρτα ένταξης της Τουρκίας.
Από το 2010 και μετά Ελλάδα και Κύπρος εγκαινίασαν τη διαδικασία των τριμερών συμπράξεων με το Ισραήλ, ενίοτε με τη συμμετοχή και των ΗΠΑ (3+1). Η Τουρκία ερμήνευσε τις συμπράξεις αυτές (μαζί με αγωγό EastMed, κλπ) ως προσπάθεια αποκλεισμού της από τη Μεσόγειο και Ευρώπη. Αντέδρασε με το παράνομο Τουρκο-λιβυκό μνημόνιο οριοθετήσεων (2019). Η άσκηση βέτο από πλευράς Αθήνας για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας (SAFE, κλπ.) ολοκλήρωσε την εντύπωση ότι η Ελλάδα εργάζεται εναντίον της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της Τουρκίας. Πρόκειται για (εσφαλμένη) αντίληψη αυτοκαταστροφικής πολιτικής. Τα αποτελέσματά της είναι ήδη ορατά. Αλλά έστω και τώρα (που ο Ερντογάν λέει ότι η ένταξη της Τουρκίας δεν αποτελεί προτεραιότητα) η Ελλάδα δεν έχει άλλη ρεαλιστική επιλογή παρά να επιδιώξει την ισχυρότερη δυνατή πρόσδεση της Τουρκίας στην ΕΕ και το πλαίσιο κανόνων που την διέπουν. Διαφορετικά, όταν κλείνουν οι Βρυξέλλες ανοίγει ο δρόμος για τη Μέκκα...
(Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική» Το άρθρο του αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)



























