Με το νέο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Οι μισθοί του Αρχιεπισκόπου, των μητροπολιτών και των τιτουλάριων μητροπολιτών θα αντιστοιχούν πλέον στο 90% του μισθού του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Με δεδομένο ότι ο μισθός του τελευταίου ανέρχεται σε 5.191 ευρώ, ο νέος μισθός των ιεραρχών θα είναι 4.671 ευρώ μεικτά τον μήνα.
Οι συνολικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου κυμαίνονται σήμερα από 2.840 έως 2.915 ευρώ, ανάλογα με το αν υπάρχει επίδομα μεταπτυχιακού ή διδακτορικού. Με τη νέα ρύθμιση, η αύξηση υπολογίζεται από 60,27% έως 64,5%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά για τους μητροπολίτες. Οι σημερινές μεικτές μηνιαίες αποδοχές τους κυμαίνονται από 2.400 έως 2.475 ευρώ. Με την αύξηση η αναπροσαρμογή φτάνει από 88,8% έως 94,65%.
Το θέμα του σημειώματος αυτού δεν είναι ο γνωστός κυνισμός και λαϊκισμός του, αυτοπροβαλλόμενου και διαφημιζόμενου από τους ακροκεντρώους και τους καλοπληρωμένους θαυμαστές του ως φιλελεύθερου, Πρωθυπουργού. Είναι φανερό ότι κ. Μητσοτάκης με την αύξηση του μισθού των ιεραρχών προσδοκά στην υποστήριξή τους κατά τις ερχόμενες εκλογές. Και ξέρει πως οι μητροπολίτες μπορούν να επηρεάσουν ψηφοφόρους να στραφούν στη σωστή «Δεξιά του Κυρίου» και όχι στη «Νίκη» ή την «Ελπίδα» της κ. Καρυστιανού ή στον κ. Βελόπουλο ή στο αναμενόμενο στο κόμμα του κ. Σαμαρά. «Δούναι και λαβείν», λοιπόν.
Αλλ’ όχι μόνο αυτό. Όταν ο Πρωθυπουργός ρωτήθηκε πριν από λίγες μέρες σε συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου για τις υπέρογκες αυξήσεις στους μητροπολίτες, απάντησε ως εξής: «Από την πλευρά μου δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο μισθός του μητροπολίτη θα είναι μικρότερος από τον μισθό του μουφτή. Έτσι, ο μισθός τους εξισώνεται και πάει στο επίπεδο του μισθού του γενικού γραμματέα, διότι ο μητροπολίτης διοικεί μία μητρόπολη».
Δύο επιγραμματικές παρατηρήσεις:
α) Ο «φιλελεύθερος» Πρωθυπουργός κλείνει το μάτι στην Ακροδεξιά, φροντίζοντας να διεγείρει εθνικιστικά και θρησκευτικά αντανακλαστικά: «Να μην παίρνει ο μητροπολίτης λιγότερα από τον μουφτή».
β) Ο ευλαβής, Ορθόδοξος Χριστιανός, Πρωθυπουργός, αντιμετωπίζει τους επισκόπους, όχι ως λειτουργούς της ευχαριστιακής ζωής, θεματοφύλακες της πίστης και ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά ως διοικητικούς αξιωματούχους. Αλλά τι να περιμένει κανείς, όταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αναφερόμενος στο επίμαχο ζήτημα, δήλωσε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση «…εντάσσει τη μισθολογική μεταχείριση των Αρχιερέων σε ένα θεσμικό πλαίσιο που συνδέει την ευθύνη διοίκησης με τα αντίστοιχα μισθολογικά δεδομένα της δημόσιας διοίκησης» και ότι «οι αποδοχές των Αρχιερέων συνδέονται με τα αντίστοιχα κλιμάκια ανώτατων δημόσιων λειτουργών».
Επίσης, δεν είναι θέμα του σημειώματος αυτού, -μολονότι σχετίζονται άμεσα,- η ανάγκη να προχωρήσει επιτέλους ο χωρισμός Εκκλησίας – Κράτους ή το πράγματι ακανθώδες ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου.
Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι:
Πώς, μετά τον σχεδόν διπλασιασμό των αποδοχών του, θα παρακινήσει στη λιτή ζωή ένας μητροπολίτης τον απλό παπά της μητρόπολής του, που με το ζόρι τα βάζει πέρα αυτός και η (συνήθως πολυμελής) οικογένειά του;
Με ποια γλώσσα θα μιλήσει στις νέες και τους νέους με τα κουτσουρεμένα μεροκάματα, στους άνεργους και τους εργαζόμενους, για τους οποίους ποτέ δεν υπάρχει «επαρκής δημοσιονομικός χώρος» για ουσιαστικές αυξήσεις, σ’ αυτούς που μεταναστεύουν στο εξωτερικό για αξιοπρεπείς μισθούς, στους οικογενειάρχες που σαρώνει το εισόδημά τους η ακρίβεια και δεν μπορούν να βγάλουν το μήνα;
Πώς θα παρηγορήσει τους συνταξιούχους, που η πενιχρή σύνταξή τους δεν φτάνει για να καλύψουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες;
Την Ιεραρχία δεν φαίνεται να την απασχολούν τα ερωτήματα αυτά. Αντίθετα, άλλα τη νοιάζουν. Όπως δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης, στη συνέντευξη που αναφέρθηκε πιο πάνω, η αύξηση του μισθού των αρχιερέων «αποτελεί πάγιο αίτημα της Εκκλησίας της Ελλάδος εδώ και χρόνια». Δήλωση που επιβεβαιώθηκε στην πραγματικότητα από τον εκπρόσωπο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου λίγες μέρες αργότερα.
Μάταια θα περίμενε κανείς κάποια αντίδραση, κάποια άρνηση, κάποια διαφοροποίηση από τους επισκόπους της ελλαδικής Εκκλησίας. Εκτός από τον Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης, που ζήτησε να αποσυρθεί η συγκεκριμένη διάταξη, και τους Μητροπολίτες Κυθήρων και Κισσάμου, που δήλωσαν ότι θα διαθέσουν την αύξηση του μισθού τους για κοινωνικούς σκοπούς, η σιωπή των άλλων αρχιερέων ήταν εκκωφαντική. Σιωπή, που φανερώνει συμφωνία.
Με αφορμή τα παραπάνω, ξανάρχεται στο προσκήνιο το «σταυρικό» ζήτημα της σχέσης της Εκκλησίας με τον πλούτο.
Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί πολλά, από πολλούς και πολλές φορές.
Δεν χρειάζεται να παραπέμψει κανείς στον προηγούμενο Πάπα Φραγκίσκο, ο οποίος μίλησε όχι μόνο για μια «Εκκλησία των φτωχών» (άλλωστε ο Χριστιανισμός ξεκίνησε ως θρησκεία των φτωχών ψαράδων της Γαλιλαίας) αλλά και για μια «φτωχή Εκκλησία», μια Εκκλησία δηλαδή με λίγα υλικά αγαθά, που δεν ταυτίζεται με την ισχύ, την εξουσία ή τα προνόμια, που στέκεται δίπλα στους αδύναμους και τους αποκλεισμένους.
Ούτε στη «Θεολογία της Απελευθέρωσης», που διακήρυξε ότι η φτώχεια που παράγεται από άδικες κοινωνικές δομές δεν είναι φυσικό γεγονός, είναι θεολογικό σκάνδαλο.
Ούτε στη Σιμόν Βέιλ, που προκλητικά, σχεδόν προβοκατόρικα, πρότεινε να υπάρχει έξω από τις εκκλησίες μια ταμπέλα που να γράφει ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος σε όσους έχουν εισόδημα πάνω από ένα ορισμένο ποσό.
Άλλωστε, θα πουν οι φανατικοί ορθόδοξοι, όλοι οι παραπάνω ήταν καθολικοί (η Σιμόν Βέιλ μάλιστα δεν είχε καν βαπτισθεί).
Ας παραλειφθούν, χάριν συντομίας, όσα γράφει για τον πλούτο ο Μέγας Βασίλειο στο «Προς τους πλουτούντας» κι ας πάμε κατευθείαν στην πηγή.
Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου ο ίδιος ο Χριστός λέει ότι «είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από τρύπα βελόνας, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού».
(Ο Θέμης Αχτσιόγλου είναι δικηγόρος)






















