Στις 2 Απριλίου έφυγε από τη ζωή ένας σπουδαίος άνθρωπος.
Δεν ανήκε στους σελέμπριτις, δεν ήταν ινφλουένσερ ούτε σταρ ή τηλεοπτική περσόνα, σαν αυτούς για τους οποίους παλιότερα αφιέρωναν τις κοσμικές τους στήλες οι εφημερίδες και που τώρα ακκίζονται στο τικ-τοκ και το ίνσταγκραμ ή στα πρωινάδικα της μικρής οθόνης. Δεν ήταν ούτε πολιτικός σαν αυτούς που θα σταθούν μπροστά-μπροστά στις εκκλησιές, μέρες που είναι, για να φωτογραφηθούν στον επιτάφιο ή την Ανάσταση με το κερί στο χέρι (και ν’ ανεβάσουν στη συνέχεια τις φωτογραφίες στα σάιτ), κι ας έκαναν λίγο καιρό πριν τα ακριβώς αντίθετα απ’ όσα ο Χριστός δίδασκε (για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές και τις άλλες δύσοσμες υποθέσεις που βγαίνουν καθημερινά στον αέρα ο λόγος, μέρες που είναι πάλι).
Ένας απλός καθηγητής σε Λύκειο ήταν. Είχε κάνει βέβαια καλές σπουδές. Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Και μετά μεταπτυχιακό στη Χαϊδελβέργη και διδακτορικό στο Αμβούργο. Και παράλληλα σπουδές στη μουσική. Δίπλωμα στο πιάνο, αλλά και συμμετοχή σε ερασιτεχνική ορχήστρα παίζοντας μπουζούκι και άλλα όργανα. Και μαζί με τούτα συνδικαλιστική δράση και ενεργητική εμπλοκή στα κοινωνικά κινήματα.
Μα αυτά τα έχουν κάνει, και συνεχίζουν τα κάνουν, και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι. Τι ξεχωριστό είχε ο Γιάννης Μπρούζος, που πέθανε στα 41 του μόλις χρόνια;
«Πριν από τρία χρόνια περίπου η μητέρα μου είδε μια μαύρη κηλίδα στο πίσω μέρος της πλάτης μου μια μαύρη ελίτσα», αφηγήθηκε πέρσι ο ίδιος. «Αποδείχθηκε ότι ήταν κακοήθης όγκος του δέρματος. Μελάνωμα. Αφαιρέθηκε στον Άγιο Σάββα … Δυστυχώς όμως η ασθένειά μου, δεν σταμάτησε εκεί. Ο καρκίνος προχώρησε με μεταστάσεις και έγινε τελικού σταδίου. Και το Πάσχα εμφανίστηκε κι ένας δεύτερος καρκίνος, στη γλώσσα αυτή τη φορά».
Έτσι από το 2022 ο Γιάννης Μπρούζος άρχισε τον αγώνα ενάντια στις δύο μορφές καρκίνου που του επιτέθηκαν.
Μα κι αυτό, θα πει κανείς, δεν είναι κάτι μοναδικό. Συμβαίνει με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, που δίνουν καθημερινά τη μάχη με την αρρώστια. Που ζουν τον δικό τους προσωπικό Γολγοθά, με την αμφιβολία, την αγωνία και τον φόβο, πολλές φορές μέσα σε αφόρητους πόνους. Απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους που συμπάσχουν με τους δικούς τους -για να μην παρεξηγηθεί η προηγούμενη φράση «δεν είναι κάτι μοναδικό»- οφείλουμε να στεκόμαστε σιωπηροί με απέραντο σεβασμό.
Στη θέση των αποσιωπητικών στην αφήγηση του Γιάννη για το ξεκίνημα της ασθένειάς του, που παρατέθηκε πιο πάνω, υπήρχε κάτι άλλο. Η φράση ολόκληρη έχει ως εξής: «Αποδείχθηκε ότι ήταν κακοήθης όγκος του δέρματος. Μελάνωμα. Αφαιρέθηκε στον Άγιο Σάββα, την ημέρα της γενικής απεργίας, 9 Νοέμβρη 2022. Αμέσως μετά, πήγα στην πορεία και κράτησα το πανό που έγραφε “Μας φύτεψαν τον φόβο, μα φύτρωσαν φτερά”. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι μπορούσα να μετατρέψω τον φόβο μου σε δύναμη».
Και τον μετέτρεψε σε δύναμη όχι μόνο με τη στάση ζωής του, αλλά γράφοντας, ανάμεσα σε χειρουργεία, χημειοθεραπείες, πόνους και εξάντληση, το βιβλίο «Τι πραγματικά αξίζει – 24 γράμματα στον γιο μου».
«Μέχρι τότε δεν έγραφα παρά μόνο κάποια επιστημονικά άρθρα», λέει ο ίδιος. «Όταν ήρθε ο δεύτερος καρκίνος, στη γλώσσα, είχα περάσει μια περίοδο που δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου και νοσηλεύτηκα. Μετά το χειρουργείο, στο δωμάτιο του νοσοκομείου, βρέθηκα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους που ήταν κοντά μου, είτε με την οικογένειά μου είτε με φίλους, με χαρτάκια. Είχα πάρει και ένα τετραδιάκι, όπου έγραφα αυτό που ήθελα να τους πω. Και αυτό συνεχίστηκε και αφού βγήκα από το νοσοκομείο. Έτσι, κάποια στιγμή είπα από μέσα μου: βρε αδελφέ! Δεν μπορώ να μιλήσω ούτε στο παιδί μου. Και σκέφτηκα: εντάξει, δεν μπορώ να μιλήσω, δεν μπορώ να τραγουδήσω, δεν μπορώ να εκφραστώ με άλλο τρόπο, μπορώ όμως να γράψω. Στο νοσοκομείο λοιπόν θα γράψω στον γιο μου ένα βιβλίο. Η γραφή ήταν ο μόνος τρόπος που με έκανε να ζω πραγματικά».
Το βιβλίο του Γιάννη περιλαμβάνει 24 επιστολές προς τον επτάχρονο γιο του Στέλιο, μαθητή του Δημοτικού σχολείου. Τα γράμματα αυτά προορίζονται για το παιδί του ως κληρονομιά, για να τα διαβάσει, όταν ο ίδιος δεν θα βρισκόταν στη ζωή.
Το βιβλίο όμως δεν πραγματεύεται τον θάνατο ή τον καρκίνο, αλλά τη ζωή και μάλιστα αυτή που πραγματικά αξίζει. Και δεν απευθύνεται μόνο στον γιο του, αλλά και σε όλους εμάς που νομίζουμε ότι είμαστε άτρωτοι.
Μιλάει για τη φιλία, την οικογένεια, τον έρωτα, την καλοσύνη και την αγάπη, για τη φύση, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τις τέχνες, για τη μάθηση, τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή, για τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη και το μοίρασμα, για τη φθαρτότητα, την αντίσταση στο θάνατο, την αποδοχή και τη συγχώρεση.
Να αγαπάς χωρίς φόβο, να είσαι παρών, να εκτιμάς τα απλά πράγματα, να μην αναβάλλεις όσα έχουν αξία, να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, όχι απλώς επιτυχημένος, να έχει η ζωή πάντα την τελευταία λέξη, μας λέει.
Το μότο του Γιάννη είναι: «Κάνε καθημερινά ένα πράγμα που αξίζει. Φρόντισε τον εαυτό σου, παίξε με το παιδί σου, άκουσε τη μουσική που σε γαληνεύει, μην υποτιμάς τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ανακάλυψε την αξία των μικρών πραγμάτων, φώτισε την καθημερινότητά σου».
Το βιβλίο του Γιάννη Μπρούζου παρουσιάστηκε στα Γιαννιτσά στις 21 Ιανουαρίου φέτος. Ο Γιάννης φυσικά δεν μπόρεσε να έλθει. Συνδέθηκε όμως διαδικτυακά, παρακολούθησε την εκδήλωση και συνομίλησε με τους παρευρισκόμενους. Εξέφρασε πολλές φορές την ευγνωμοσύνη του (!) για την πραγματοποίηση της εκδήλωσης, μίλησε με θερμά λόγια για τους εισηγητές, απάντησε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του έγιναν. Εκείνο που εντυπωσίασε ήταν η σεμνότητα της παρουσίας του, η γλυκύτητα της μορφής του, η καασταλαγμένη σοφία των λόγων του, το ήθος, η αξιοπρέπεια και η απλότητά του, το χιούμορ και η αισιοδοξία του, παρόλο που γνώριζε ότι ο θάνατος δεν θα αργήσει. Και όλα αυτά δύο μόλις μήνες πριν από το τέλος. «Θα κρατήσουμε τη μέρα της παρουσίασης του βιβλίου του σαν ένα πέρασμα σημαντικό στη ζωή μας», είπε κάποιος από τους παρόντες στην εκδήλωση.
Κειμενάκια σαν κι αυτό, αναρτήσεις στο φέισμπουκ, μηνύματα συμπαράστασης προφανώς δεν πρόκειται να παρηγορήσουν τη σύζυγο του Γιάννη, τους γονείς και τα αδέρφια του, ούτε θα μπορέσουν να απαντήσουν στο τραγικό «γιατί;» του μικρού Στέλιου. Πηγάζουν απλώς και μόνο από την ανάγκη να μη μείνουν στην αφάνεια και τη λησμονιά άνθρωποι που ήταν σαν τα μαργαριτάρια μέσα στη λάσπη.
Γιατί ο Γιάννης Μπρούζος ήταν ένας άνθρωπος που πραγματικά άξιζε.
(Ο Θέμης Αχτσιόγλου είναι δικηγόρος)


























