Όλα ξεκινούν από μια πολύ απλή διαπίστωση: Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου πληρώνουν πολύ λιγότερους φόρους ως ποσοστό του εισοδήματός τους από ό,τι οι απλοί μισθωτοί. Σε χώρες που έχουν γίνει σχετικές μελέτες (ΗΠΑ, Γαλλία και Ολλανδία), τα στοιχεία είναι συντριπτικά. Αν λάβουμε υπόψη όλα τα είδη φόρων που υπάρχουν, ο μέσος φορολογικός συντελεστής (δηλαδή το σύνολο των φόρων ως ποσοστό του συνολικού εισοδήματος του φορολογούμενου) κυριολεκτικά βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση για τους πάρα πολύ πλούσιους και σε όλες τις χώρες που προαναφέραμε είναι ο χαμηλότερος στην περίπτωση των δισεκατομμυριούχων.
Κι ο υποτιθέμενα προοδευτικός φόρος εισοδήματος έχει παταγωδώς αποτύχει να φορολογήσει τους πολύ πλούσιους, διότι οι τελευταίοι έχουν την ευχέρεια να εμφανίζουν τα εισοδήματά τους σε διαφορετικές μορφές (π.χ. ως εισόδημα από κεφάλαιο), χρησιμοποιούν εταιρείες για να μετακινούν τα κέρδη τους και πολλές φορές αυξάνουν υπέρογκα τον πλούτο τους χωρίς καν να εμφανίζουν εισοδήματα σε ατομικό επίπεδο.
Πώς καταλήξαμε εκεί; Στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, της οικονομικής ανάπτυξης και της προσέλκυσης επενδύσεων σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, μειώθηκαν παντού οι φορολογικοί συντελεστές στα εταιρικά κέρδη, καταργήθηκαν οι φόροι στον καθαρό πλούτο ακόμα και στις χώρες που υπήρχαν τέτοιοι φόροι, επιβλήθηκε προνομιακή φορολογική μεταχείριση στα εισοδήματα από κεφάλαιο σε σύγκριση με τα εισοδήματα από εργασία.
Έφερε αποτέλεσμα αυτή η πολιτική; Ως προς την οικονομική ανάπτυξη, οι σχετικές μελέτες δεν έχουν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα και η απάντηση σίγουρα δεν είναι αβίαστα καταφατική. Η πολιτική αυτή, όμως, σίγουρα έφερε αποτέλεσμα στις τσέπες των υπερ-πλουσίων, με τις περιουσίες τους να εκτινάσσονται. Και μαζί τους εκτινάχθηκαν και τα επίπεδα οικονομικής ανισότητας. Με το να φορολογεί τους πλούσιους αναλογικά λιγότερο, το φορολογικό σύστημα αντί να περιορίζει την ανισότητα, την επιτείνει.
Κάπως έτσι έχει ζωηρέψει η συζήτηση για την επιβολή ενός φόρου πάνω στον καθαρό πλούτο, ο οποίος θα επιβάλλεται στους πολυεκατομμυριούχους του πλανήτη. Το ενδιαφέρον είναι ότι η συζήτηση αυτή δε διεξάγεται απλώς μέσα σε προοδευτικά thinks tanks, αλλά και στους πιο συστημικούς διεθνείς οργανισμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αφιέρωσε ολόκληρο κεφάλαιο στο Annual Report on Taxation 2025, στο πώς μπορεί να φορολογηθεί περισσότερο ο μεγάλος πλούτος προκειμένου να γίνει πιο δίκαιο το φορολογικό σύστημα. Αυτό είναι απόλυτα λογικό, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον που τα κράτη χρειάζονται πόρους περισσότερο από ποτέ προκειμένου να ανταπεξέλθουν σε σοβαρότατες προκλήσεις: Την κλιματική κρίση, την απειλούμενη κοινωνική συνοχή, την προώθηση της συμπεριληπτικής ανάπτυξης, τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις μεταναστευτικές ροές.
Η επιβολή φόρου στον καθαρό πλούτο δεν είναι απλή υπόθεση και ακόμα και εκείνοι που τον εισηγούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως οι γνωστοί Γάλλοι οικονομολόγοι Thomas Piketty και Gabriel Zucman, αναγνωρίζουν τις δυσκολίες. Πώς είναι δομημένος στην πραγματικότητα ο καθαρός πλούτος των υπερ-πλουσίων και πώς αυτός θα αποτιμηθεί; Πώς θα περιοριστεί το περιθώριο μετακίνησης των υπερ-πλουσίων σε χώρες που δε θα συνεργαστούν στην επιβολή αυτού του φόρου; Πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι υπερ-πλούσιοι δε θα κρύβουν τον πλούτο τους με διάφορους τρόπους και πώς θα εντοπίζονται από τις φορολογικές αρχές οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρικών σχημάτων που χρησιμοποιούνται για την απόκρυψη αυτού του πλούτου; Παρ’ όλες τις δυσκολίες η συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ξεκινήσει και θα συνεχιστεί, γιατί το ζήτημα αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας.
Αναφορικά με τη χώρα μας, η συμμετοχή μας απλώς και μόνο στη συζήτηση για τον παγκόσμιο φόρο επί του καθαρού πλούτου θα απαιτούσε την εύρεση και ανάλυση στοιχείων σχετικά με τους υπερ-πλούσιους, στα πρότυπα των χωρών για τις οποίες έχουν ήδη γίνει σχετικές μελέτες.
Μέχρι αυτή η συζήτηση να φέρει αποτέλεσμα, αντί για τον φόρο στον μεγάλο καθαρό πλούτο, οι χώρες προς το παρόν υιοθετούν υποκατάστατα, έστω ατελή, προκειμένου να φορολογούνται με κάποιο τρόπο και οι πολύ πλούσιοι. Τέτοια υποκατάστατα είναι οι φόροι σε οτιδήποτε είναι λογικό να αφορά περισσότερο τους πλούσιους, όπως οι φόροι ακίνητης περιουσίας, οι φόροι κληρονομιών και δωρεών, οι φόροι στα μερίσματα και γενικά στα κέρδη από υπεραξία κεφαλαίου.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ερωτηματικά για τη χώρα μας. Ποιος από τους φόρους που προαναφέραμε υποκαθιστά τον (ανύπαρκτο) φόρο καθαρού πλούτου;
Ο ΕΝΦΙΑ είναι όντως φόρος κατοχής ακίνητης περιουσίας και αποφέρει αρκετά έσοδα στο κράτος. Όμως πέφτει στις πλάτες της μεσαίας τάξης και σίγουρα δε στοχεύει τους πολύ πλούσιους. Ο λόγος είναι απλός: Όλα τα στοιχεία και για την Ελλάδα δείχνουν ότι όσο πιο πλούσιος είσαι, τόσο μικρότερο ποσοστό της περιουσίας σου είναι επενδυμένο σε ακίνητα. Οι πειραματικές στατιστικές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τον καθαρό πλούτο των ελληνικών νοικοκυριών δείχνουν ότι τα ακίνητα αντιπροσωπεύουν σχεδόν το σύνολο του καθαρού πλούτου του φτωχότερου 50% του πληθυσμού, αλλά λιγότερο από το μισό του του καθαρού πλούτου του πλουσιότερου 10%.
Τα εισοδήματα από μερίσματα υπόκεινται στον σκανδαλωδώς χαμηλό αυτοτελή φορολογικό συντελεστή του 5%.
Ο συντελεστής αυτός είναι τόσο χαμηλός συγκριτικά με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες, ώστε το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μάς αναφέρει σε πρόσφατη έκθεσή του για τη φορολογία του πλούτου (Note on How to Tax Wealth, 2024) ως το φωτεινότερο παράδειγμα ευνοϊκής φορολόγησης των μερισμάτων έναντι του εισοδήματος από εργασία ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.
Επιπλέον, ο φόρος στην υπεραξία κεφαλαίου δεν ξεπερνά το 15% και πολλές κατηγορίες υπεραξίας απλώς απαλλάσσονται από το φόρο.
Όσο για το φόρο κληρονομιών και δωρεών; Ούτε εδώ υπάρχει λόγος ανησυχίας για τους πολύ πλούσιους. Ισχύει ακόμα το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ από κάθε φορολογούμενο προς κάθε παιδί και εγγόνι για τις εν ζωή μεταβιβάσεις περιουσίας.
Το γεγονός ότι το κράτος εξακολουθεί να αντλεί το 60% των φορολογικών του εσόδων από τους εγγενώς άδικους έμμεσους φόρους, ενώ ταυτόχρονα παρέχει τέτοια προστασία στους πολύ πλούσιους, προφανώς είναι παράμετρος που οποιαδήποτε συζήτηση για την μεταρρύθμιση του φορολογικού μας συστήματος οφείλει να λάβει υπόψη. Υπό αυτήν την έννοια, προτάσεις όπως η αύξηση στο φορολογικό συντελεστή των μερισμάτων ή η υπαγωγή των εισοδημάτων από όλες τις πηγές σε ενιαία φορολογική κλίμακα η οποία βεβαίως θα προσαρμοστεί αναλόγως, όπως κατά καιρούς έχουν εισηγηθεί φορείς ή κόμματα του προοδευτικού τόξου, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
(Η Γεωργία Καπλάνογλου είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ, DPhil Cambridge -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-FReport)



















