Την περασμένη Παρασκευή, ο Τραμπ χάραξε την γραμμή τερματισμού του πολέμου (του) στο Ιράν με τρόπο που τον έκανε να μοιάζει ατέρμων. Τίποτε λιγότερο από μια άνευ όρων παράδοση, είπε. Κανείς δεν είναι ποτέ βέβαιος ότι ο Τραμπ εννοεί ό,τι λέει. Αλλά η δήλωσή του, σε συνδυασμό με την εκλογή του πιο «σκληρού» ανάμεσα στους πιθανούς ηγέτες στο Ιράν, διέψευσε την ελπίδα (βεβαιότητα για κάποιους παίκτες της αγοράς) ότι αυτή η πολεμική περιπέτεια θα είναι σύντομη, με ελεγχόμενες επιπτώσεις κι ότι την κρίσιμη στιγμή ο Τραμπ θα κάνει πίσω, όπως το συνηθίζει. Η διάψευση καθρεφτίστηκε αμέσως στις τιμές του πετρελαίου.
Η δήλωση, βέβαια, αν την πάρουμε τοις μετρητοίς, δικαιολογούσε τον πανικό. Αν ο Τραμπ είχε διαβάσει την περίφημη «Τέχνη του Πολέμου» του Σουν Τζου, θα την απέφευγε. Ο μεγάλος Κινέζος φιλόσοφος του πολέμου, σύγχρονος σχεδόν του Θουκυδίδη, συμβούλευε πως όταν έχεις περικυκλώσει τον εχθρό, πρέπει να του αφήνεις και μια διέξοδο ελεύθερη. Γιατί είναι πολύ επικίνδυνο να πιέζεις υπερβολικά έναν απελπισμένο, ηττημένο αντίπαλο. Μα αν ο Τραμπ είχε διαβάσει Σουν Τζου, δεν θα είχε ξεκινήσει καν αυτόν τον πόλεμο, έτσι κι αλλιώς. Θα ήξερε ότι «η υπέρτατη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάσσεις τον εχθρό χωρίς να πολεμήσεις». Διαβασμένοι ή όχι, όλοι οι Αμερικανοί Πρόεδροι των τελευταίων τριών δεκαετιών εφάρμοζαν αυτή την αρχή και αντιστέκονταν στις πιέσεις του Νετανιάχου, για μια επίθεση εναντίον του Ιράν. Ο Τραμπ ήταν ο πρώτος που ενέδωσε.
Μπορεί να μην διαβάζει φιλοσόφους, ο Τραμπ πάντως διαβάζει τις αγορές. Όταν η τιμή του πετρελαίου φλέρταρε με τα 120 δολάρια το βαρέλι, την Δευτέρα το πρωί, μετακίνησε την γραμμή του τερματισμού. Η άνευ όρων παράδοση βγήκε από το λεξιλόγιό του. Έχουμε ήδη σχεδόν νικήσει, είπε. Θα μπορούσαμε και να σταματήσουμε… Θα συνεχίσουμε, όμως, μα όχι για πολύ. Ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα… Έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε πια στόχους να χτυπήσουμε.
Διψασμένες για καλά νέα οι αγορές ησύχασαν για λίγο. Η τιμή του πετρελαίου έπεσε, ανέβηκε ξανά, έπεσε πάλι, όταν οι αγορές πίστεψαν μια απίθανη ανάρτηση του υπουργού Ενέργειας ότι πολεμικά πλοία συνόδευσαν τάχα ένα τάνκερ στα στενά του Ορμούζ, ανέβηκε ξανά.
Το παιχνίδι των τιμών, μεταξύ πανικού και ψυχραιμίας (και με κάποιες κερδοσκοπικές παραφυάδες), καθρεφτίζει μια πραγματική πίεση και περιγράφει ένα δίλημμα. Η πραγματικότητα της οικονομίας και οι επερχόμενες και κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου πιέζουν τον Πρόεδρο να βρει μια αφορμή να πανηγυρίσει μια νίκη και να κηρύξει το γρηγορότερο τη λήξη του πολέμου. Η υπαρξιακή ανάγκη του ίδιου, όμως, για μια ακόμη «φανταστική νίκη», που όμοιά της «κανένας άλλος πρόεδρος στην ιστορία δεν έχει πετύχει», πιέζει για παράταση του πολέμου. Για το ίδιο πιέζει και ο αναπόφευκτος Νετανιάχου. Πώς θα τελειώσουν, λοιπόν, όλα αυτά;
Ένα σενάριο θα ήταν να αποδεχθεί το καθεστώς στην Τεχεράνη την συντριβή του και να δηλώσει υποταγή. Απίθανο. Το άλλο σενάριο θα ήταν να ανατραπεί το καθεστώς από τα μέσα- μ’ ένα πραξικόπημα ή μια λαϊκή εξέγερση. Τίποτε από τα δύο δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Και οι Κούρδοι του Ιράν -η εξέγερση των οποίων θα άνοιγε έναν ακόμη ασκό του Αιόλου- μάλλον δεν έχουν ξεχάσει τι συνέβη στους ομοεθνείς τους της Συρίας ή του Ιράκ, όταν πήραν τα όπλα με μια ανάλογη αμερικανική ενθάρρυνση. Τι μένει, λοιπόν;
Μία πιθανότητα είναι να βρεθούν, όπως έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν, εγκλωβισμένες οι ΗΠΑ στο τέλμα ενός πολέμου, που ξεκίνησε με την βεβαιότητα ότι θα είναι μια σύντομη «εκδρομή» μα εξελίσσεται σε ένα αργόσυρτο αδιέξοδο, μια κρίση διαρκείας, με χαμηλή ένταση, όλο και πιο περίπλοκες διαστάσεις και όλο και πιο δύσκολη έξοδο. Μια άλλη πιθανότητα είναι να πει, εν τέλει, ένα πρωί ο Τραμπ το «νενικήκαμε», να το πανηγυρίσει ως θρίαμβο, να διατάξει παύση πυρός και να στραφεί σε κάποιον άλλο στόχο, για να γεμίζει με αυτόν τις αναρτήσεις του. Την Κούβα, για παράδειγμα.
Μα τι θα έχει αφήσει πίσω της η «εκδρομή»; Μια εύθραυστη ισορροπία τρόμου στην περιοχή, με χειρότερη μοίρα για τον ιρανικό λαό και όλες τις προϋποθέσεις για μια αέναη ανακύκλωση της βίας. Όπως έγραφε η πρώτη Αμερικανίδα που κέρδισε Νόμπελ λογοτεχνίας, η Περλ Μπακ, «σε κάθε πόλεμο, η νίκη φέρνει ένα νέο πόλεμο και μετά άλλον ένα, ώσπου μια μέρα τα ρεύματα γυρίζουν, ο κύκλος αντιστρέφεται, μα παραμένει πάντα κύκλος». Αλλά είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να έχει διαβάσει Περλ Μπακ ο Τραμπ, απ’ ότι να έχει διαβάσει Σουν Τζου.
Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, οι συνέπειες αυτής της περιπέτειας ίσως μας συνοδεύουν για καιρό. Θα βαραίνουν πάνω από τον οικονομικό ορίζοντα, θα αμφισβητούν τις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» ασφάλειας που όρισαν τον εθνικό ορίζοντα τις τελευταίες δεκαετίες, θα επηρεάζουν την διάταξη των δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή και την δυναμική του ανταγωνισμού ανάμεσα σε μια Τουρκία που κινείται ανάμεσα σε υπαρξιακούς φόβους και μεγάλες φιλοδοξίες κι ένα Ισραήλ που, με την σημερινή του ηγεσία, είναι ανίκητο στον πόλεμο αλλά απρόσφορο για ειρήνη. Θα υποχρεώνει και την Ευρώπη σε δύσκολες προσαρμογές. Μπαίνουμε σε μια εποχή κινδύνων αλλά και ευκαιριών, που κανείς δεν μπορεί να μαντέψει την διάρκεια ή την έκβασή της.
Είναι απλώς όλο και πιο σαφές ότι ξεκίνησε έτσι, χωρίς σχέδιο. Κάπως σαν εκείνους τους στρατηγούς του Μπρεχτ, στο ποίημα που μετέφρασε ο Ελύτης και μελοποίησε ο Χατζιδάκις, που κίνησαν και παν για πόλεμο στο μακρινό Ιράν. Αλλά «ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε, ο δεύτερος τις κακουχιές δεν άντεχε, ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο κι ο τέταρτος δεν άντεχε το κρύο». Διαλέξτε την περίπτωσή μας.
(Ο Παύλος Τσίμας είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο)



























