Η άποψη είναι ελεύθερη. Ποτέ όμως αυτό που λέμε, ο τρόπος που το υποστηρίζουμε, ο χρόνος εντός του οποίου ή η ένταση με την οποία το λέμε δεν είναι αθώα. Και το κείμενο αυτό εκεί θέλει να σταθεί, με αφορμή όσα ειπώθηκαν ως κριτική για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η τελετή δεν έλαβε χώρα σε ιστορικό κενό. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις όσων τη σχεδίασαν και την υλοποίησαν -δεν έχουμε λόγο εδώ να υπερασπιστούμε ούτε τον καλλιτεχνικό της διευθυντή, Τομά Ζολί, ούτε πολύ περισσότερο την πολιτική ηγεσία της χώρας, αν υποθέσουμε ότι είχε λόγο επί της ουσίας- η τελετή εγγράφεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Η Γαλλία μόλις που κατάφερε να αποτρέψει την ανάδειξη μιας κυβέρνησης Μπαρντελά και εξακολουθεί να ζει σε μια συνθήκη όπου η ισχυρότερη από ποτέ ακροδεξιά επιχειρεί να αμφισβητήσει και να ανατρέψει τα κεκτημένα δικαιώματα πολλών δεκαετιών, κατοχυρωμένων στο γαλλικό Σύνταγμα και σε διεθνείς συμβάσεις, αν όχι τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές της Επανάστασης του 1789 και τη φυσιογνωμία της γαλλικής κοινωνίας, ιδίως όπως αυτή σμιλεύθηκε μετά τη δεκαετία του ’60, στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησης, αλλά και της κοινωνικής εξέγερσης και της πολιτιστικής άνοιξης της περιόδου αυτής. Ταυτόχρονα, πολύ μεγάλο κομμάτι του δυτικού κόσμου, από την Αργεντινή και τις ΗΠΑ ως την Ιταλία και την Ουγγαρία, για να μην συζητήσουμε για άλλες χώρες, ζει ήδη με την ακροδεξιά προ ή και εντός των πυλών, να καταργεί ή να απειλεί ανοιχτά γυναίκες και θηλυκότητες, μετανάστες και μετανάστριες, αλλόφυλους/ες και αλλόθρησκους/ες, και γενικά οτιδήποτε και οποιονδήποτε «απειλεί» -στο φαντασιακό πάντα των ακροδεξιών- την λευκή, αρσενική, στρέιτ, χριστιανική ταυτότητα, να καταργεί δημοκρατικούς θεσμούς, να χειραγωγεί τη δικαιοσύνη και ούτω καθεξής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται -και μέσα σε αυτό οφείλει να κριθεί- η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού. Η ακροδεξιά το κατάλαβε αμέσως. Γι’ αυτό και επιτέθηκε λυσσαλέα στην τελετή, και μάλιστα καιρό πριν τη δούμε στις οθόνες μας σε όλο τον κόσμο, τόσο σε επίπεδο κορυφής όσο και με μαζικούς όρους. Τα επιχειρήματα ήταν τα τυπικά και συνήθη: η τελετή κατηγορήθηκε ότι προωθεί τη «woke» ατζέντα και τον «δικαιωματισμό», επικρίθηκε ταυτόχρονα ως ελιτίστικη και κιτς, θεωρήθηκε ότι προσβάλει τον χριστιανισμό, ότι δεν έχει σχέση με το ολυμπιακό ιδεώδες και ούτω καθεξής. Το κατάλαβε σωστά και η γαλλική Αριστερά, που με αποχρώσεις, ανάλογα με τις ιδεολογικές και πολιτικές καταβολές κάθε προσώπου, χώρου ή εντύπου, χαιρέτισε και στήριξε την τελετή, ανεξαρτήτως της υπόλοιπης σφοδρής κριτικής που έχει ασκήσει στη διοργάνωση και στην κυβέρνηση Μακρόν[1].
Στην Ελλάδα, ωστόσο, αλλά σε μεγάλο βαθμό και στον υπόλοιπο κόσμο, φαίνεται ότι η κριτική προς την τελετή, και μάλιστα όχι μόνο ως προς το καταδικαστικό δια ταύτα, αλλά και ως προς μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων, υπερέβη κατά πολύ τον κύκλο των «συνήθων υπόπτων» της συντήρησης. Γι’ αυτό, και μόνο γι’ αυτό, αξίζει κανείς να επανέλθει στο θέμα. Γιατί, με αφορμή τη γαλλική τελετή, ήρθαν ξανά στην επιφάνεια μεγάλα στρατηγικά προβλήματα, κάποια υπαρκτά και κάποια τεχνητά, που ταλαιπωρούν την ελληνική και τη διεθνή Αριστερά και εξηγούν τη σημερινή της κρίση.
Περί «δικαιωματισμού». Ή, μπορεί να υπάρξει ταξική πολιτική χωρίς τα δικαιώματα;
Πρόκειται ίσως για την πιο σημαντική συζήτηση σήμερα εντός της παγκόσμιας Αριστεράς, που αναδείχθηκε από όσες και όσους επέκριναν την τελετή έναρξης ως υπερβολικά «δικαιωματική» και «woke» και άρα μακριά από τα λαϊκά στρώματα.
Υπάρχει ένα συχνό λάθος με δύο όψεις εδώ, που εκκινεί από τη γνήσια αγωνία των αριστερών να ανακτήσουν τη σχέση τους με τα λαϊκά στρώματα και να ανακόψουν τη διείσδυση της ακροδεξιάς σε αυτά.
Η μία όψη του λάθους είναι η ιδέα ότι ενδεχομένως η Αριστερά να πρέπει να εγκαταλείψει τη συζήτηση περί δικαιωμάτων, αν όχι να προσχωρήσει στο αυταρχικό ρεύμα. Η κριτική όσων ασπάζονται την άποψη αυτή λέει ότι η Αριστερά σήμερα είναι «υπερβολικά φιλελεύθερη» και δεν κατανοεί τις επιφυλάξεις και τους φόβους των «απλών ανθρώπων» σχετικά με την υποτιθέμενη απώλεια των ταυτοτήτων τους, την «υπερβολική» μετανάστευση, τη «θηλυκοποίηση» της κοινωνίας, τον μετασχηματισμό παραδοσιακών θεσμών, όπως η οικογένεια ή η θρησκεία κ.ο.κ. ή ότι ασχολείται «υπερβολικά» με τα δικαιώματα κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων, όπως οι γυναίκες, τα λοατκι πρόσωπα, οι μετανάστες κ.ο.κ. και παραμελεί την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Το επιχείρημα είναι ότι -εγκαταλείποντας τον «δικαιωματισμό»[2]- η Αριστερά θα μπορέσει να συνδεθεί καλύτερα με τα λαϊκά στρώματα και δεν θα αφήσει χώρο για την Ακροδεξιά να αναλάβει την πολιτική τους εκπροσώπηση. Αν και τα κίνητρα είναι ενδεχομένως ευγενή, αυτή η στρατηγική είναι αποδεδειγμένα εσφαλμένη, τόσο ιστορικά, όσο και ερευνητικά[3]. Κάθε φορά που η Αριστερά προσχωρεί στο πεδίο της ατζέντας της Δεξιάς, όχι απλώς δεν κερδίζει ψήφους, αλλά αποξενώνει τους παραδοσιακούς της ψηφοφόρους και, κυρίως, νομιμοποιεί τις αυταρχικές πολιτικές στη συνείδηση των ψηφοφόρων και τελικά ενισχύει την Ακροδεξιά, που έχει στη συνείδηση των ψηφοφόρων την «ιδιοκτησία» της σχετικής θεματολογίας.
Η δεύτερη όψη του λάθους αυτού είναι το γεγονός ότι κάποιες εκδοχές της Αριστεράς διαχωρίζουν το κοινωνικό ζήτημα από τα θέματα των ταυτοτήτων και αξιών. Έτσι, η Αριστερά εμφανίζεται να «πειθαρχεί» τα λαϊκά στρώματα και ευθυγραμμίζεται πλήρως με το κεφάλαιο και τους (νεο)φιλελεύθερους, χαρίζοντας έτσι την ψήφο διαμαρτυρίας των λαϊκών στρωμάτων στην Ακροδεξιά, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα την προεδρική εκλογή του 2016 στις ΗΠΑ, αλλά και τη νεοφιλελεύθερη στροφή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τη δεκαετία του '90 στην Ευρώπη, τις συνέπειες της ιστορικής ήττας του 1989 και, πιο πρόσφατα, σε όλες τις περιπτώσεις που η Αριστερά συνδέθηκε με πολιτικές λιτότητας ή εγκατέλειψε την ταξική οπτική στα πράγματα.
Η απάντηση ωστόσο εδώ δεν έρχεται με την επιλογή του ενός ή του άλλου. Το δίπολο ταξικοί αγώνες ή αγώνες για τα δικαιώματα είναι πλαστό και λάθος. Προκύπτει από την κυρίαρχη πρόσληψη του πολιτικού πεδίου ως οργανωμένου γύρω από δύο χωριστούς άξονες, έναν που αφορά την οικονομία, το κοινωνικό κράτος κ.λπ. και κινείται από τον κρατικό παρεμβατισμό/σχεδιασμό ως την πλήρη ελευθερία της αγοράς και έναν που αφορά τις ταυτότητες/αξίες και κινείται από τον αυταρχισμό ως τον φιλελευθερισμό. Αν και χρήσιμη για αναλυτικούς σκοπούς, αυτή η προσέγγιση είναι παραπλανητική, όταν συζητάμε για πολιτική στρατηγική.
Η Αριστερά θα έπρεπε να αναγνωρίσει τις πολλαπλές ταυτότητες των ανθρώπων και την ίδια στιγμή να τις ανασυνθέσει. Η σύγχρονη εργατική τάξη αποτελείται στην πλειοψηφία της από γυναίκες και μετανάστες. Και την ίδια στιγμή οι εργάτες μπορούν να είναι γκέι ή λεσβίες, τρανς, να ανήκουν σε φυλετικές, εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, να είναι ανάπηροι/ες ή χρόνια πάσχοντες/ουσες και ούτω καθεξής. Και ταυτόχρονα, η Αριστερά πρέπει να κατανοήσει τα λαϊκά στρώματα στην πολυπλοκότητά τους, χωρίς εξιδανικεύσεις και φαντασιακές τυπολογίες. Η ταξική συνείδηση, ο διεθνισμός, η αλληλεγγύη δεν ενυπάρχουν εκ προοιμίου στα εργατικά στρώματα, που σήμερα είναι πιο πολύμορφα από ποτέ. Είναι ευθύνη της Αριστεράς μέσω της πολιτικής δουλειάς της να τα διαμορφώσει όλα αυτά. Με σύγχρονους μάλιστα όρους: η fraternité[4] της Γαλλικής Επανάστασης δεν μπορεί σήμερα να είναι οικουμενική, πολύ περισσότερο να είναι χειραφετητική ή ριζοσπαστική, αν δεν συνδυαστεί με τη sororité[5].
(* Το δεύτερο μέρος του άρθρου, με τον σχολιασμό και των υπόλοιπων επιχειρημάτων που ακούστηκαν με αφορμή την τελετή έναρξης, θα ακολουθήσει).
(Η Δανάη Κολτσίδα είναι νομικός-πολιτική επιστήμονας)
[1] Το πρωτοσέλιδο της 27/7 της προσκείμενης στους σοσιαλιστές ιστορικής εφημερίδας Libération χαρακτήρισε την τελετή «μεγαλοπρεπή» (https://journal.liberation.fr/liberation/liberation/2024-07-27), η κομμουνιστική L’Humanité στον επίσημο λογαριασμό της στα κοινωνικά δίκτυα σχολίασε το βράδυ της τελετής «Η Γαλλία μας» και «Τι τελετή!», κάνοντας λόγο για «ένα πρωτόγνωρο κάδρο για ένα καθολικό μήνυμα» (https://www.facebook.com/humanite.fr/posts/pfbid02wpiv7tcwsUe9uKEy8XRoZeJgMJieUs9vULHUM1dyWsBT4LG7qMKHcgqi5Jw2wxqMl) , ενώ σε αναλυτικό άρθρο του ο ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας», Ζαν Λυκ Μελανσόν, επίσης χαιρέτισε, παρά τα επιμέρους στοιχεία κριτικής, την τελετή και το μήνυμά της (https://melenchon.fr/2024/07/27/jai-aime-ou-bien-je-nai-pas-aime/).
[2] Σημειωτέον ότι και οι όροι δεν είναι αθώοι, αφού το ίδιο επιχείρημα ή προβληματισμός μπορεί να διατυπωθεί με πολλούς τρόπους. Τις τελευταίες μέρες από τμήμα του προοδευτικού μπλοκ χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «woke» ατζέντα και «δικαιωματισμός», που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί και εργαλειοποιηθεί από την ακροδεξιά.
[3] Βλ. π.χ. την πρόσφατη έρευνα του Progressive Politics Research Network (https://politicscentre.nuffield.ox.ac.uk/progressive-politics-research-network/research-briefs/)
[4] Αδελφότητα [μεταξύ ανδρών], από το frère (ο αδελφός), το αντίστοιχο του brotherhood στα αγγλικά.
[5] Αδελφότητα [μεταξύ γυναικών], από το sœur (η αδελφή), το αντίστοιχο του sisterhood στα αγγλικά.


























