Τη συνεχιζόμενη εξάρτηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων από τη φορολογία αναδεικνύει νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με τίτλο «Το Συνταξιοδοτικό Σύστημα στην Ελλάδα και την ΕΕ: Ένα Αναπτυξιακό Εργαλείο Χωρίς Εφαρμογή».
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, την οποία υπογράφουν οι Χρήστος Λούκας και Ίων Βαλλιάνος, το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στον κρατικό προϋπολογισμό, παρά τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας. Για το 2025 εκτιμάται ότι το 57% των συντάξεων χρηματοδοτήθηκε από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 43% καλύφθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τη γενική φορολογία. Αν και η συμμετοχή της φορολογίας έχει περιοριστεί σε σχέση με το 2021, οι συντάκτες της μελέτης σημειώνουν ότι το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει, καθώς οι συντάξεις δεν στηρίζονται σε αποταμιευμένα και επενδυμένα κεφάλαια αλλά κυρίως στη διαγενεακή αναδιανομή.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Όπως επισημαίνεται, ακόμη και το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί χωρίς ουσιαστικά αποθεματικά, με τις συντάξεις των πρώην υπαλλήλων της ΕΕ να καταβάλλονται από τον τρέχοντα προϋπολογισμό. Ειδικότερα, το 2024 μόλις το 21% των σχετικών δαπανών καλύφθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό της Ένωσης.
Παράλληλα, οι δαπάνες για τις συντάξεις πρώην υπαλλήλων της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000-2024, φτάνοντας από τα 580 εκατ. ευρώ στα 2,9 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές. Σήμερα, οι συγκεκριμένες συντάξεις απορροφούν το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι 10% το 1998, γεγονός που, σύμφωνα με τη μελέτη, επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η έρευνα καταγράφει ότι η χώρα έχει υποχωρήσει από την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012, στην τέταρτη θέση το 2023, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς ωστόσο να έχει εξαλειφθεί η εξάρτηση του ασφαλιστικού από τη φορολογία.
Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν ότι η απουσία κεφαλαιοποιητικών αποθεμάτων μεταφέρει το κόστος στις επόμενες γενιές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο δημογραφικής γήρανσης. Όπως αναφέρουν, όταν δεν υπάρχουν επενδυμένα κεφάλαια που να στηρίζουν τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, το βάρος μετακυλίεται στους μελλοντικούς φορολογούμενους, αυξάνοντας τη δημοσιονομική πίεση.
Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη προτείνει την ενίσχυση κεφαλαιοποιητικών πυλώνων, υποστηρίζοντας ότι οι ασφαλιστικές εισφορές μπορούν να λειτουργήσουν αναπτυξιακά όταν επενδύονται παραγωγικά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, μια μείωση κατά 5% των διοικητικών δαπανών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία αποθεματικού ύψους 87 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ. Οι αποδόσεις αυτών των κεφαλαίων θα μπορούσαν, κατά τη μελέτη, να εξασφαλίσουν ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισ. ευρώ.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε ότι οι καθυστερήσεις δεκαετιών στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις έχουν επιβαρύνει σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, περιορίζοντας παράλληλα το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στερώντας πόρους από επενδύσεις και καινοτομία. Όπως σημείωσε, το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα καταδεικνύει τις πολιτικές δυσκολίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο. Τόνισε ακόμη ότι όσο καθυστερούν οι αλλαγές, τόσο αυξάνεται το κόστος της μετάβασης για εργαζόμενους, συνταξιούχους και φορολογούμενους.





























