Πρόοδο στη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης της Ελλάδα καταγράφει νέα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία αποτιμά την πορεία των μεταρρυθμίσεων από το 2010 έως το 2025, αναδεικνύοντας ουσιαστικές βελτιώσεις τόσο στη συλλογή των δημοσίων εσόδων όσο και στη φορολογική συμμόρφωση.
Την έκθεση συνυπογράφουν οι Άντριου Καζόρα Οκέλο, Στογιάν Εβτίμοφ Μάρκοφ, Τσενγκχόνγκ Ουάνγκ και Έλλη-Σιβύλλα Γρηγοπούλου, ενώ η μελέτη εκπονήθηκε υπό την καθοδήγηση των Έρα Ντάμπλα-Νόρις και του επικεφαλής της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι σημαντική ήταν και η συμβολή επιπλέον ειδικών, οι οποίοι συμμετείχαν με παρατηρήσεις και τεχνική υποστήριξη καθ’ όλη τη διαδικασία.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η χώρα εισήλθε στην περίοδο των μεταρρυθμίσεων υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, καθώς η οικονομική κρίση ανέδειξε βαθιές αδυναμίες στη φορολογική διοίκηση. Η χαμηλή συμμόρφωση, η περιορισμένη αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και η κατακερματισμένη οργανωτική δομή περιόριζαν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού είσπραξης. Ωστόσο, η σταδιακή εφαρμογή ενός συνεκτικού σχεδίου παρεμβάσεων οδήγησε, όπως σημειώνεται, σε ριζική αλλαγή του τοπίου.
Η πρώτη φάση των μεταρρυθμίσεων, την περίοδο 2010–2012, επικεντρώθηκε στην άμεση ενίσχυση των εσόδων μέσω εντατικοποίησης των ελέγχων και των πρώτων ψηφιακών εφαρμογών. Δημιουργήθηκαν εξειδικευμένες μονάδες για μεγάλους φορολογούμενους και υψηλά εισοδήματα, ενώ η εισαγωγή ηλεκτρονικών δηλώσεων ΦΠΑ συνέβαλε αισθητά στη βελτίωση της συμμόρφωσης.
Κατά τη δεύτερη φάση, από το 2013 έως το 2017, δρομολογήθηκαν βαθύτερες θεσμικές τομές, με κορυφαία την ίδρυση της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που ενίσχυσε την επιχειρησιακή αυτονομία της διοίκησης και περιόρισε τις πολιτικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, ο Κώδικας Φορολογικών Διαδικασιών εκσυγχρόνισε το νομικό πλαίσιο, ενώ προχώρησε και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών με συγχωνεύσεις και συγκέντρωση αρμοδιοτήτων.
Η τρίτη φάση, από το 2018 έως το 2025, σημαδεύτηκε από την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης, με αιχμή την πλατφόρμα myDATA, η οποία εισήγαγε την καταγραφή συναλλαγών σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Η υποχρεωτική ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων από τις επιχειρήσεις ενίσχυσε τη διαφάνεια και περιόρισε τα περιθώρια φοροδιαφυγής, ενώ τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων και οι αυτοματοποιημένοι έλεγχοι αύξησαν την αποδοτικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνονται σε κρίσιμους δείκτες, με τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ να καταγράφουν σημαντική άνοδο και το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ να μειώνεται θεαματικά, από περίπου 30% το 2011 σε 9% το 2024. Η εξέλιξη αυτή, όπως επισημαίνεται, υποδηλώνει βελτίωση στην αποτελεσματικότητα του συστήματος χωρίς αύξηση φορολογικών συντελεστών.
Η ψηφιοποίηση των διαδικασιών οδήγησε επίσης σε σχεδόν καθολική χρήση ηλεκτρονικών υπηρεσιών, με την υποβολή δηλώσεων και πληρωμών να προσεγγίζει το 100%, μειώνοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία και διευκολύνοντας πολίτες και επιχειρήσεις. Παράλληλα, η αξιοποίηση ανάλυσης κινδύνου επιτρέπει πλέον πιο στοχευμένους ελέγχους.
Παρά τη θετική εικόνα, η έκθεση επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις, όπως η αντίσταση σε οργανωτικές αλλαγές, οι περιορισμένοι πόροι και οι καθυστερήσεις σε ορισμένα ψηφιακά έργα. Επιπλέον, μεγάλο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει δύσκολο να εισπραχθεί, καθώς συνδέεται με την περίοδο της κρίσης.
Η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη φορολογική διοίκηση στην Ελλάδα καταλήγει σε μια σειρά σαφών συστάσεων για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, αναδεικνύοντας τι λειτούργησε και τι πρέπει να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με το συμπέρασμα της μελέτης, η θεσμική ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας. Η δημιουργία μιας αυτόνομης αρχής με ξεκάθαρες αρμοδιότητες και περιορισμένες πολιτικές παρεμβάσεις ενίσχυσε την αξιοπιστία του συστήματος και επέτρεψε την εφαρμογή πιο αποτελεσματικών πολιτικών συμμόρφωσης.
Παράλληλα, τονίζεται ότι η σωστή χρονική ακολουθία των μεταρρυθμίσεων αποδείχθηκε κρίσιμη. Η θέσπιση πρώτα ισχυρών νομικών και οργανωτικών βάσεων έκανε πιο αποδοτική τη μεταγενέστερη ψηφιοποίηση, ενώ η σταδιακή εφαρμογή των αλλαγών επέτρεψε προσαρμογές και διορθώσεις στην πορεία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σημασία των επενδύσεων σε τεχνολογία και δεδομένα. Η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, real-time reporting και ανάλυσης δεδομένων συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της φοροδιαφυγής και στη βελτίωση της εισπραξιμότητας, ωστόσο απαιτεί συνεχή αναβάθμιση και καλύτερη αξιοποίηση των πληροφοριακών συστημάτων.
Το ΔΝΤ επισημαίνει επίσης ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Η ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, η εκπαίδευση και η διαχείριση αλλαγών μέσα στον οργανισμό είναι εξίσου κρίσιμες για να μετατραπούν οι μεταρρυθμίσεις σε πραγματικά αποτελέσματα.
Τέλος, υπογραμμίζεται ότι η διατήρηση της πολιτικής δέσμευσης και της συνέχειας των μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι οι βαθιές αλλαγές απαιτούν χρόνο, σταθερή κατεύθυνση και συντονισμό μεταξύ θεσμών, προκειμένου να αποδώσουν μακροπρόθεσμα οφέλη στη φορολογική συμμόρφωση και τα δημόσια έσοδα.




























