Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η άνοδος του πληθωρισμού και η αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά των προβλέψεων για την ελληνική οικονομία το 2026, όπως καταγράφονται στην Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρουσιάστηκε σήμερα από τον Γιάννη Στουρνάρα στη γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται το 2026, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ παράλληλα ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί ανοδικά, κυρίως λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους και των διεθνών πιέσεων στις τιμές.
Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται ότι θα επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, από 2,1% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στις εξωτερικές πιέσεις, στις υψηλότερες τιμές ενέργειας και στη μετριότερη αύξηση της κατανάλωσης. Παρά την επιβράδυνση, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, διατηρώντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης.
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, η πορεία αποκλιμάκωσης αναμένεται να ανακοπεί το 2026, με τον γενικό πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 3,1%, υψηλότερα από το 2,9% του 2025, κυρίως λόγω της ανόδου των διεθνών τιμών ενέργειας και τροφίμων. Παράλληλα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται και να διαμορφωθεί περίπου στο 3%.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το 2026 θα καταγραφεί πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,2% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα εκτιμάται ότι θα είναι πλεονασματικό κατά 0,2% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία, υποχωρώντας στο 137,7% του ΑΕΠ, μειωμένο κατά περίπου 8,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται και το 2026, υποστηριζόμενη από την αύξηση της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης από τον πληθωρισμό. Παράλληλα, οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν βασικός μοχλός ανάπτυξης, με σημαντική συμβολή από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.
Στην αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με την απασχόληση να συνεχίζει να αυξάνεται και την ανεργία να υποχωρεί περαιτέρω, ενώ η αύξηση των μισθών αναμένεται να στηρίξει την κατανάλωση, παρά τις πληθωριστικές πιέσεις.
Στο εξωτερικό ισοζύγιο, δεν αναμένεται σημαντική βελτίωση το 2026, καθώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, ο τουρισμός, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες επενδύσεις θα στηρίξουν την εξωτερική θέση της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.
Στην ομιλία του, ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε πάντως ότι η ελληνική οικονομία εισήλθε σε αυτή τη νέα περίοδο αστάθειας από ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν. Όπως επισήμανε, τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε την ανθεκτικότητά της χάρη στη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών, στην εδραίωση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην πρόοδο του τραπεζικού τομέα. Έσπευσε, ωστόσο, να ξεκαθαρίσει ότι αυτή η ανθεκτικότητα «δεν επέτρεπε εφησυχασμό», καθώς οι εξωτερικοί κίνδυνοι παρέμειναν αυξημένοι και οι εγχώριες προκλήσεις εξακολούθησαν να είναι σημαντικές.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία το 2026 παραμένουν κυρίως καθοδικοί. Οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να αποδειχθούν πιο επίμονες, λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών, ενώ η αυξημένη αβεβαιότητα και ενδεχόμενη επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, καθώς ο τουρισμός, οι μεταφορές και οι εξαγωγές υπηρεσιών επηρεάζονται άμεσα από γεωπολιτικές εξελίξεις και διεθνείς κρίσεις.
Παρά τους κινδύνους, η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει σημαντικούς παράγοντες ανθεκτικότητας, όπως η βελτιωμένη δημοσιονομική θέση, τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών και η στήριξη από τους ευρωπαϊκούς πόρους. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η ενίσχυση των επενδύσεων και η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Κλείνοντας, ο Γιάννης Στουρνάρας επανέλαβε ότι σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας. Όπως τόνισε, ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον και η συνέχιση αξιόπιστων μεταρρυθμιστικών πολιτικών αποτελούσαν βασική προϋπόθεση ώστε η χώρα να μετατρέψει τη νέα περίοδο διεθνών αναταράξεων σε ευκαιρία για μια πιο σύγχρονη, βιώσιμη και ανταγωνιστική οικονομία.




























