Η κατανάλωση τροφών όπως το γιαούρτι, τα φρέσκα φρούτα και τα ωμά λαχανικά ίσως συμβάλλει όχι μόνο σε μια ισορροπημένη διατροφή, αλλά στην απώλεια σωματικού βάρους και στη βελτίωση ορισμένων δεικτών καρδιαγγειακής υγείας. Αυτό προκύπτει από νέα επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrition Research και πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του University of Newcastle στην Αυστραλία.
Όπως αναφέρει το eatingwell, σύμφωνα με τα ευρήματα νέας μελέτης, οι ενήλικες που καταναλώνουν περισσότερες τροφές πλούσιες σε ζωντανούς μικροοργανισμούς φαίνεται να έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος, μικρότερο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) και μικρότερη περιφέρεια μέσης σε σύγκριση με όσους καταναλώνουν λιγότερα τέτοια τρόφιμα. Παράλληλα, παρουσίασαν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης νηστείας και υψηλότερα επίπεδα HDL χοληστερόλης, της λεγόμενης «καλής» χοληστερόλης, η οποία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.
Η συγκεκριμένη έρευνα είναι η πρώτη που εξετάζει τη σχέση μεταξύ της πρόσληψης ζωντανών μικροβίων μέσω της διατροφής και των παραγόντων κινδύνου για χρόνιες ασθένειες σε αυστραλιανό πληθυσμό. Προηγούμενες μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη δείξει παρόμοιες τάσεις, ωστόσο τα νέα δεδομένα ενισχύουν την υπόθεση ότι οι μικροοργανισμοί που υπάρχουν φυσικά σε ορισμένα τρόφιμα μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο στη μεταβολική υγεία.
Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ερευνητές δημιούργησαν αρχικά μια βάση δεδομένων με περισσότερα από 200 τρόφιμα και ποτά που καταναλώνονται συχνά στην Αυστραλία. Τα τρόφιμα αυτά ταξινομήθηκαν σε τρεις κατηγορίες με βάση την πιθανή περιεκτικότητά τους σε ζωντανά μικρόβια.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονταν τρόφιμα με χαμηλή περιεκτικότητα, όπως τα μαγειρεμένα, τα κονσερβοποιημένα ή τα ιδιαίτερα επεξεργασμένα προϊόντα.
Στη δεύτερη κατηγορία τοποθετήθηκαν τρόφιμα μέτριας περιεκτικότητας, όπως τα ωμά και μη αποφλοιωμένα φρούτα και λαχανικά. Τέλος, στην κατηγορία υψηλής περιεκτικότητας περιλαμβάνονταν τρόφιμα που έχουν υποστεί ζύμωση, όπως το γιαούρτι.
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες ανέλυσαν διατροφικά δεδομένα από 58 υγιείς ενήλικες που ζούσαν στην περιοχή του Νιούκαστλ. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες τους τελευταίους τρεις έως έξι μήνες. Παράλληλα, καταγράφηκαν διάφοροι δείκτες υγείας, όπως το σωματικό βάρος, ο ΔΜΣ, η περιφέρεια μέσης, η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα σακχάρου και ινσουλίνης νηστείας, τα επίπεδα χοληστερόλης και ορισμένοι δείκτες φλεγμονής.
Επειδή ο αριθμός των τροφίμων που ανήκαν στην κατηγορία με υψηλή περιεκτικότητα σε μικρόβια ήταν σχετικά μικρός, οι ερευνητές συνδύασαν τις κατηγορίες μέτριας και υψηλής περιεκτικότητας για τις ανάγκες της στατιστικής ανάλυσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι κατανάλωναν περισσότερα τρόφιμα από αυτές τις κατηγορίες είχαν καλύτερους δείκτες σε σχέση με το σωματικό βάρος, την περιφέρεια μέσης και τα επίπεδα ινσουλίνης.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε πιθανή σύνδεση με χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων δεικτών φλεγμονής, όπως η ιντερλευκίνη-6 (IL-6) και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), αν και αυτή η σχέση δεν παρέμεινε στατιστικά σημαντική όταν οι ερευνητές προσαρμόσαν τα δεδομένα για πρόσθετους παράγοντες. Αντίθετα, δεν βρέθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης ζωντανών μικροβίων και του σακχάρου στο αίμα νηστείας, της συνολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων ή ενός άλλου δείκτη φλεγμονής, του TNF-α.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη έχει ορισμένους περιορισμούς. Πρόκειται για μια διατομεακή έρευνα, η οποία εξετάζει δεδομένα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι τροφές με ζωντανά μικρόβια προκαλούν τα συγκεκριμένα οφέλη για την υγεία, αλλά μόνο ότι υπάρχει συσχέτιση. Επιπλέον, το δείγμα των συμμετεχόντων ήταν σχετικά μικρό και αποτελούνταν κυρίως από λευκές γυναίκες, γεγονός που περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων. Τέλος, οι πληροφορίες για τη διατροφή βασίστηκαν στις δηλώσεις των ίδιων των συμμετεχόντων, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε ανακρίβειες.
Παρά τα παραπάνω, οι επιστήμονες σημειώνουν ότι η αύξηση της κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε ζωντανούς μικροοργανισμούς μπορεί να αποτελεί έναν απλό τρόπο υποστήριξης της υγείας. Στην πράξη, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μικρές αλλαγές στην καθημερινή διατροφή, όπως η τακτική κατανάλωση γιαουρτιού με ζωντανές καλλιέργειες, η κατανάλωση ωμών φρούτων και λαχανικών ή η ένταξη ζυμωμένων τροφίμων όπως το κεφίρ, το ξινολάχανο, το kimchi και το miso στα γεύματα.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η ποικιλία στην κατανάλωση φρέσκων προϊόντων και ζυμωμένων τροφίμων μπορεί να συμβάλει στην πρόσληψη διαφορετικών ωφέλιμων μικροοργανισμών, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάζουν θετικά το μικροβίωμα του εντέρου και, κατ’ επέκταση, τον μεταβολισμό και την καρδιαγγειακή υγεία. Παρότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για την επιβεβαίωση των ευρημάτων, η ενίσχυση της κατανάλωσης τέτοιων τροφών φαίνεται να αποτελεί μια υγιεινή διατροφική επιλογή με πιθανώς πολλαπλά οφέλη.































