Η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή ενισχύεται, καθώς η λεγόμενη «αρμάδα» του Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη φτάσει στην περιοχή.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal στην αιχμή βρίσκεται το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, ενώ το πακέτο ισχύος συμπληρώνεται από μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35. Παρ’ όλα αυτά, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει αποσαφηνίσει ακόμη αν –και με ποιον τρόπο– προτίθεται να κάνει χρήση στρατιωτικής δύναμης απέναντι στο Ιράν.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται η Wall Street Journal, άμεσες αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράν δεν θεωρούνται πιθανές στο παρόν στάδιο. Το Πεντάγωνο δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση της αεράμυνας στην περιοχή, μεταφέροντας πρόσθετα συστήματα για την προστασία του Ισραήλ, των αραβικών συμμάχων των ΗΠΑ και των αμερικανικών στρατευμάτων, σε περίπτωση ιρανικών αντιποίνων και ενδεχόμενης κλιμάκωσης σε μακροχρόνια σύγκρουση.
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία εκτιμά ότι, εφόσον δοθεί πολιτική εντολή, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε στοχευμένα και περιορισμένης κλίμακας αεροπορικά πλήγματα. Ωστόσο, μια «αποφασιστική επίθεση» –όπως φέρεται να ζητά ο Τραμπ– είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλούσε ανάλογη απάντηση από την Τεχεράνη, καθιστώντας αναγκαία την εκτεταμένη χρήση προηγμένων αμυντικών μέσων.
Ήδη οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν στην περιοχή συστήματα ικανά να αντιμετωπίσουν εναέριες απειλές, ωστόσο το Πεντάγωνο προχωρά στην περαιτέρω ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων THAAD και Patriot σε κρίσιμες βάσεις στη Μέση Ανατολή. Τα συστήματα αυτά τοποθετούνται σε χώρες όπως η Ιορδανία, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις.
Τα THAAD έχουν τη δυνατότητα αναχαίτισης βαλλιστικών πυραύλων σε μεγάλα ύψη, ακόμη και εκτός ατμόσφαιρας, ενώ τα Patriot καλύπτουν απειλές μικρότερης εμβέλειας και χαμηλότερου υψομέτρου. Όπως επισημαίνει η Σούζαν Μαλόνι, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με ειδίκευση στο Ιράν, η επάρκεια της αεράμυνας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ασφάλεια των αμερικανικών δυνάμεων και υποδομών σε ενδεχόμενη ιρανική αντεπίθεση.
Η καθοριστική σημασία των συστημάτων αεράμυνας αναδείχθηκε τον Ιούνιο, όταν οι ΗΠΑ συνέδραμαν το Ισραήλ στην απόκρουση μαζικών ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια της 12ήμερης σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Τότε, οι αμερικανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν την επιχείρηση «Midnight Hammer», πλήττοντας τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις με βομβαρδιστικά B-2 και πυραύλους κρουζ από υποβρύχια.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήρθε την επόμενη ημέρα, με την εκτόξευση 14 πυραύλων εναντίον της αεροπορικής βάσης Al Udeid στο Κατάρ, που αποτελεί κέντρο διοίκησης της αμερικανικής αεροπορίας στην περιοχή. Τα αμερικανικά και καταριανά συστήματα Patriot αναχαίτισαν το μεγαλύτερο μέρος της επίθεσης, αν και το Πεντάγωνο παραδέχθηκε αργότερα ότι ένας πύραυλος έπληξε τη βάση, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί και με περιορισμένες υλικές ζημιές.
Παρά ταύτα, παραμένει ασαφές ποιοι είναι οι τελικοί στόχοι της Ουάσιγκτον έναντι του Ιράν. Μια ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία –είτε για τον περιορισμό της καταστολής των διαδηλώσεων, είτε για την παύση του εμπλουτισμού ουρανίου, είτε ακόμη και για την ανατροπή του καθεστώτος– θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ ισχυρότερη ιρανική αντίδραση.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για τις διπλωματικές προοπτικές. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε στο CNN ότι θεωρεί εφικτή μια συμφωνία με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα, παρά τις προειδοποιήσεις του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ότι μια αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιφερειακό πόλεμο.
Αντίστοιχα μηνύματα άφησε να διαρρεύσουν και η Ουάσιγκτον, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει σε δημοσιογράφους, από το προεδρικό αεροσκάφος, ότι το Ιράν «μιλά σοβαρά», υπονοώντας πως τα διπλωματικά κανάλια παραμένουν ανοιχτά, παρά τη σαφή στρατιωτική κινητοποίηση στην περιοχή.
Οι δυνάμεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή
Την Πέμπτη, έξι μαχητικά F-35 της Εθνοφυλακής του Βερμόντ μετακινήθηκαν από την περιοχή της Καραϊβικής σε βάση εγγύτερα στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για τα ίδια αεροσκάφη που, στις αρχές Ιανουαρίου, είχαν λάβει μέρος σε επιχείρηση κατά του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Την ίδια περίοδο, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου EA-18G Growler του αμερικανικού Ναυτικού αποχώρησαν από το Πουέρτο Ρίκο και αναπτύχθηκαν στην Ισπανία.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει τρεις μοίρες μαχητικών F-15E στην Ιορδανία, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στην αναχαίτιση ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Τα συγκεκριμένα μαχητικά είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και τον Απρίλιο του 2024, όταν στοχοποίησαν ιρανικά drones κατά την επίθεση της Τεχεράνης στο Ισραήλ — μια επιχείρηση που η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη εναέρια εμπλοκή αέρος-αέρος των τελευταίων πέντε δεκαετιών.
Σημαντική είναι και η ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή. Αρκετά αντιτορπιλικά του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, εξοπλισμένα με κατευθυνόμενους πυραύλους και συστήματα αεράμυνας, έχουν μετακινηθεί στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με αξιωματούχο του Ναυτικού και στοιχεία από ανοικτές πηγές, οκτώ τέτοια πλοία βρίσκονται πλέον εντός εμβέλειας για την αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων και drones: δύο κοντά στα Στενά του Ορμούζ, τρία στη βόρεια Αραβική Θάλασσα, ένα στην Ερυθρά Θάλασσα πλησίον του Ισραήλ και δύο στην ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στην ανάπτυξη συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας THAAD, καθώς οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις επτά επιχειρησιακές συστοιχίες παγκοσμίως, οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί εντατικά το τελευταίο έτος. Όπως επισημαίνει ο πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου Σεθ Τζόουνς, η μετακίνηση συστημάτων Patriot και THAAD είναι ιδιαίτερα δαπανηρή και, όταν πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα, αυξάνει την πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν επιχειρησιακά.
Κάθε συστοιχία THAAD μπορεί να φέρει έως 48 αναχαιτιστικούς πυραύλους σε έξι εκτοξευτές και απαιτεί δύναμη περίπου 100 στρατιωτών για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τη συνεχή επιχειρησιακή ετοιμότητα. Την ίδια στιγμή, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψουν τη χρήση του εναέριου χώρου ή του εδάφους τους για αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τα κράτη του Κόλπου προχωρούν και τα ίδια σε ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνάς τους. Η Σαουδική Αραβία έχει προμηθευτεί επτά συστοιχίες THAAD, ορισμένες εκ των οποίων έχουν ήδη παραδοθεί.
Την ίδια ώρα, εκτιμάται ότι και η Τεχεράνη έχει προχωρήσει σε αντίστοιχες προετοιμασίες. Όπως σημειώνουν αναλυτές, το Ιράν έχει αντλήσει διδάγματα από προηγούμενες αμερικανικές και ισραηλινές αεροπορικές επιχειρήσεις, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τον τρόπο αντίδρασής του σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης. Η περαιτέρω μεταφορά αμερικανικών συστημάτων αεράμυνας σε βάσεις της περιοχής ενισχύει την προστασία των αμερικανικών εγκαταστάσεων, αλλά, σύμφωνα με ειδικούς, θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τις διαθέσιμες δυνάμεις σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης.






























