Ενώ μέχρι σήμερα οι προσπάθειες να καταλάβουμε αν κάποιος μας λέει ψέματα επικεντρώνονταν κυρίως στον τρόπο που μιλάει, μια νέα έρευνα υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να είναι πολλά υποσχόμενο να εξεταστεί και ο τρόπος που γράφει.
Η ερευνήτρια γενικής γλωσσολογίας Kajsa Gullberg στο πανεπιστήμιο Lund στη Σουηδία υποστηρίζει ότι ο βαθμός αλήθειας όσων γράφουμε επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο τα γράφουμε, αποκαλύπτοντας μοτίβα που δεν είναι ορατά στο τελικό κείμενο.
Η έρευνα σχετικά με την εξαπάτηση είναι μακροχρόνια στην ψυχολογία και έχει ως στόχο την εύρεση ενδείξεων ότι ένα άτομο ψεύδεται, για παράδειγμα στην επιλογή λέξεων, στη γλώσσα του σώματος και στην παρακολούθηση του σφυγμού. Στην ομιλία, η παραδοσιακή προσέγγιση είναι η προσπάθεια ανίχνευσης γλωσσικών δεικτών για ψέματα, όπως επαναλήψεις, χειρονομίες και παύσεις, ενώ στη γραφή η κύρια εστίαση είναι στο τελικό κείμενο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της νέας μελέτης, η ίδια η διαδικασία της γραφής και όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να δείξει αν κάποιος λέει ψέματα. Παράγοντες όπως η διάρκεια συγγραφής, ο αριθμός των διορθώσεων, αλλά και η συχνότητα και η διάρκεια των παύσεων φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν το περιεχόμενο είναι αληθινό ή κατασκευασμένο.
Η ερευνητές της μελέτης ζήτησαν από 47 συμμετέχοντες από 18-40 ετών να αφηγηθούν γεγονότα από τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, δύο αληθινές και δύο παραπλανητικές, τόσο προφορικά όσο και γραπτά και διαπίστωσαν για παράδειγμα ότι όταν κάποιος γράφει ένα εκτενές ψέμα, τείνει να κάνει περισσότερες παύσεις από όταν γράφει μια εξίσου μεγάλη αλλά αληθινή αφήγηση. Αντίθετα, όταν αφιερώνει πολύ χρόνο στη συγγραφή κάνει λιγότερες παύσεις όταν γράφει ψέματα απ’ ό,τι αλήθειες. Ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι τα ψευδή κείμενα χρειάζονται λιγότερες διορθώσεις, ανεξάρτητα από την έκτασή τους ή τον χρόνο που απαιτήθηκε για να γραφτούν.
Η Gullberg εξηγεί ότι αυτό ίσως συμβαίνει επειδή, όταν λέμε ψέματα, αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στον σχεδιασμό πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε. Ειδικά όταν το ψέμα είναι εκτενές, οι συχνές παύσεις υποδηλώνουν ότι ο συγγραφέας επεξεργάζεται και κατασκευάζει το περιεχόμενο στο μυαλό του πριν το αποτυπώσει γραπτώς, με αποτέλεσμα να χρειάζονται λιγότερες διορθώσεις αργότερα.
Σε μια επόμενη φάση της έρευνας, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να γράψουν τις ίδιες αληθείς ή αναληθείς αφηγήσεις πολλές φορές. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όταν οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν μια αληθινή ιστορία, κάνουν όλο και λιγότερες διορθώσεις, καθώς απλώς ανακαλούν γεγονότα που ήδη γνωρίζουν και η διαδικασία γίνεται πιο εύκολη με την εξάσκηση. Αντίθετα, στα ψέματα οι διορθώσεις είτε παραμένουν ίδιες είτε αυξάνονται. Αυτό συμβαίνει επειδή το άτομο πρέπει να θυμάται τόσο τα πραγματικά γεγονότα όσο και τον τρόπο με τον οποίο τα έχει διαστρεβλώσει, ώστε να διατηρεί τη συνοχή του ψεύδους, κάτι που απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια και έλεγχο.
«Με εξέπληξε το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν επεξεργάζονταν το κείμενό τους τόσο πολύ. Μπορεί όταν λέμε ψέματα να σχεδιάζουμε περισσότερα πριν γράψουμε, ειδικά αν αφιερώνουμε πολύ χρόνο γράφοντας την αφήγησή μας. Αν γράψουμε ένα μεγάλο ψέμα, σταματάμε πιο συχνά, επειδή το σκεφτόμαστε και το κατασκευάζουμε πριν το γράψουμε και επομένως δεν χρειάζεται να το επεξεργαστούμε τόσο πολύ αργότερα», λέει η Kajsa Gullberg.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση με τον προφορικό λόγο. Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εμπειρία στο να ακούν άλλους να μιλούν και μπορούν να αναγνωρίσουν πώς ακούγεται κάποιος όταν διστάζει ή είναι αβέβαιος, δεν έχουν αντίστοιχη επίγνωση της διαδικασίας της γραφής, ούτε καν της δικής τους.
Η μελέτη έδειξε ότι στον προφορικό λόγο τα ψέματα συνοδεύονται από λιγότερες διστακτικές παύσεις, όπως «εεε», ενώ όταν κάποιος μιλά για πολλή ώρα, αυξάνονται οι παύσεις. Ωστόσο, οι διαφορές ανάμεσα σε αλήθεια και ψέμα όσον αφορά τις επαναλήψεις μειώνονται όσο μεγαλώνει η διάρκεια της ομιλίας.
«Ένα ψέμα απαιτεί περισσότερη ενέργεια και έλεγχο, και αυτό μπορεί να είναι εμφανές όταν κάνουμε μια παύση», λέει η Kajsa Gullberg. «Ο δισταγμός μπορεί να εκληφθεί ως αβεβαιότητα, οπότε ίσως είναι καλύτερο να συνεχίζουμε να μιλάμε όταν λέμε ψέματα», συνεχίζει.
Παρά τα ευρήματα αυτά, τονίζει ότι η ανίχνευση του ψεύδους παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη, ακόμη και για εκπαιδευμένους επαγγελματίες οι οποίοι καταφέρνουν να εντοπίζουν σωστά μόνο περίπου το 50-60% των περιπτώσεων.
Ωστόσο, η κατανόηση της διαδικασίας γραφής θα μπορούσε να προσφέρει ένα επιπλέον εργαλείο σε εγκληματολογικά πλαίσια, βοηθώντας στον εντοπισμό αποκλίσεων από τα συνηθισμένα μοτίβα γλωσσικής παραγωγής.



























