Στις 18 Απριλίου 2027 διεξάγεται ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Η Μαρίν Λε Πεν προηγείται μακράν με 34 έως 35% σε όλες τις δημοσκοπήσεις, και το αφήγημα της αναπόφευκτης νίκης της έχει γίνει κοινός τόπος στον διεθνή Τύπο. Αρκεί όμως μια προσεκτική εξέταση της πολιτικής συγκυρίας για να φανεί ότι το έδαφος της ακροδεξιάς ηγεμονίας είναι σαθρό, κάτι που μπορεί να ωφελήσει την Αριστερά.
Τι δείχνει η κοινή γνώμη;
Έρευνα του Terra Nova με την εταιρεία Cluster 17, που δημοσιεύτηκε στις 2 Σεπτεμβρίου, ανατρέπει την ιδέα ενός «ρευστού» γαλλικού εκλογικού σώματος: μόλις 19% των ψηφοφόρων δεν έχουν σαφή κομματική προτίμηση. Οι υπόλοιποι κατανέμονται σε πέντε σταθερά μπλοκ, τέσσερα γύρω στο 18% και ένα που ξεχωρίζει, η εθνικιστική Δεξιά, με 27%.
Δύο ευρήματα αξίζουν προσοχή. Οι πιο συμπαγείς και πιστοί πυρήνες βρίσκονται ακριβώς στα δύο άκρα, στην Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) και στον Εθνικό Συναγερμό (RN). Και τα δύο αυτά εκλογικά σώματα δεν συγκλίνουν: οι ψηφοφόροι τους βρίσκονται στους αντίθετους πόλους του βαθύτερου διαχωρισμού της γαλλικής πολιτικής. Η θεωρία περί «συνάντησης των ακρών», πολυφορεμένη και στην Ελλάδα, καταρρέει. Οι πραγματικές μάχες ψήφων δίνονται στα δεξιά, ανάμεσα στον RN και τη Reconquête του Ζεμούρ και ανάμεσα στους Ρεπουμπλικάνους και τους μακρονιστές.
Η Ακροδεξιά προηγείται, αλλά ταλανίζεται
Καταδικασμένη στις 7 Ιουλίου 2026 για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων, με στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, η Λε Πεν κατεβαίνει με τη δικαστική εκκρεμότητα σαν βαρίδι. Επέμεινε παραμερίζοντας τον νεαρό διάδοχο Ζορντάν Μπαρντελά, πάνω στον οποίο είχε ποντάρει μεγάλο κομμάτι της γαλλικής εργοδοσίας: το σχέδιο των επιχειρηματιών για έναν βολικό ακροδεξιό υποψήφιο κατέρρευσε και ο οικονομικός σύμβουλος του Μπαρντελά αποχώρησε από την καμπάνια. Το πρόβλημα του RN είναι δομικό. Θέλει ταυτόχρονα να χαϊδεύει το λαϊκό ακροατήριό του και να πείσει το μεγάλο κεφάλαιο ότι είναι αξιόπιστος, κάτι που γεννά διαρκείς πολιτικές αντιφάσεις.
Το τελευταίο χτύπημα στην αξιοπιστία του ήρθε από τη φύση. Το κόμμα που επί δεκαετίες αρνιόταν την κλιματική αλλαγή βρέθηκε φέτος μπροστά σε καύσωνες, ξηρασία και πυρκαγιές. Η απάντησή του ήταν ένα αόριστο «σχέδιο κλιματισμού» χωρίς κοστολόγηση, ενώ στο κοινοβούλιο ψήφιζε περικοπές στους φορείς που αντιμετωπίζουν τις ίδιες αυτές πυρκαγιές. Η ίδια ανεπάρκεια αποτυπώνεται στους δήμους που ελέγχει από την άνοιξη, και είναι αυτή που ωθεί την Ακροδεξιά σε μέτρα δημαγωγικά και ανεφάρμοστα, όπως η απαγόρευση της μουσουλμανικής μαντίλας.
Το κέντρο τρώει τον εαυτό του
Δύο πρώην πρωθυπουργοί του Μακρόν, ο Γκαμπριέλ Ατάλ και ο Εντουάρ Φιλίπ, μαλώνουν για την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροδεξιά με προγράμματα σχεδόν πανομοιότυπα. Κουβαλούν δέκα χρόνια μακρονισμού, περίπου 1.000 δισεκατομμύρια ευρώ νέου χρέους και μια πρωτοφανή κρίση του πολιτικού συστήματος, και σε κάθε δημόσια εμφάνισή τους εισπράττουν χλευασμό από τον απλό κόσμο. Σκλήρυναν και οι δύο τον λόγο τους στο μεταναστευτικό, νομιμοποιώντας την ατζέντα του RN και επιταχύνοντας τη μετακίνηση ολόκληρης της αλυσίδας προς τα δεξιά.
Στην Κεντροαριστερά, ο Ραφαέλ Γκλυξμάν οδεύει ως φαβορί σε προκριματικές του Σοσιαλιστικού Κόμματος με κλειστό σώμα εκλεκτόρων, έχοντας χτίσει την ταυτότητά του πάνω σε ένα «όχι» σε κάθε συνεργασία με την LFI. Απέναντί του βρίσκονται ο γενικός γραμματέας του κόμματος και ο πρώην πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, ενώ οι Οικολόγοι ταλαντεύονται μεταξύ αυτόνομης καθόδου και συμμαχίας με τον Μελανσόν. Πολλοί υποψήφιοι, αντικρουόμενοι τακτικισμοί, έλλειψη συνεκτικής και πειστικής πρότασης διακυβέρνησης.
Ο δύσκολος δρόμος του Μελανσόν
Μέσα σε αυτό το κενό μπαίνει ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, με οργανωμένη νεανική ηγετική ομάδα και λαϊκή κινητοποίηση που φάνηκε στις δέκα χιλιάδες κόσμο του θερινού πανεπιστημίου της LFI τον Αύγουστο. Οι συγκροτημένες προτάσεις του προγράμματος L'Avenir en commun («Το κοινό μας μέλλον») συνδυάζουν τη ριζοσπαστικότητα με τον ρεαλισμό, ενώ οι θέσεις για το χρέος, τον δημόσιο τομέα και την αύξηση των μισθών βρίσκουν απήχηση σε μια συγκυρία πληθωρισμού, οικονομικής αβεβαιότητας και κλιματικής αγωνίας.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Αν τα μπλοκ είναι παγιωμένα και οι μαζικές μετακινήσεις ψηφοφόρων δύσκολες, το μόνο μεγάλο απόθεμα ψήφων βρίσκεται σε όσους δεν ψηφίζουν πια: στις λαϊκές συνοικίες και στους νέους η αποχή ξεπερνά συχνά το μισό του εκλογικού σώματος. Η LFI είναι το μόνο κόμμα που το μετέτρεψε σε οργανωτική προτεραιότητα, με συστηματική δουλειά πόρτα πόρτα. Είναι όμως από τα δυσκολότερα εγχειρήματα στην πολιτική.
Σήμερα οι δημοσκοπήσεις δίνουν τον Μελανσόν μεταξύ 15% και 19%, και σε δεύτερο γύρο η Λε Πεν επικρατεί εις βάρος του με 61%. Κερδίζει όμως όλα τα σενάρια: 56% απέναντι στον Ατάλ και τον Γκλυξμάν, 52% απέναντι στον Φιλίπ. Εδώ φαίνεται η σημαντικότερη αλλαγή από τις προηγούμενες αναμετρήσεις: το «δημοκρατικό μέτωπο» που έφερε δύο φορές στην εξουσία τον Μακρόν έπαψε να λειτουργεί ως αυτόματο αντανακλαστικό.
Για να έχει ελπίδες, ο Μελανσόν πρέπει, εκτός από την αποχή, να μειώσει και τα ποσοστά απόρριψης που συγκεντρώνει στην Κεντροαριστερά και σε τμήμα του Κέντρου. Είναι ο μόνος δρόμος που παραμένει ανοιχτός, και είναι δύσκολος, αφού έχει απέναντί του σχεδόν ολόκληρο το μιντιακό σύστημα, την εργοδοσία, μεγάλο μέρος του πολιτικού κατεστημένου και των κρατικών μηχανισμών. Η αναλογία με τον ΣΥΡΙΖΑ της δεκαετίας του 2010 είναι αναπόφευκτη.
Και μετά; Το ελληνικό ερώτημα
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η μεγαλύτερη απειλή για μια αριστερή κυβέρνηση δεν είναι η κάλπη αλλά οι αγορές και οι Βρυξέλλες. Ο Μελανσόν πρότεινε να παγώσει το 20% του γαλλικού χρέους που κατέχει η ΕΚΤ, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για διαπραγμάτευση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι για μονομερή διαγραφή, και ότι οι ιδιώτες πιστωτές δεν θίγονται. Ακολούθησε θύελλα κατηγοριών περί χρεοκοπίας, αλλά και μια συζήτηση στην ίδια την Αριστερά με αφετηρία την ελληνική εμπειρία.
Ο οικονομολόγος Φρεντερίκ Λορντόν, στη Le Monde diplomatique, χαρακτήρισε αφελή αυτή τη «καλόπιστη» στρατηγική διαπραγμάτευσης. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Στάθης Κουβελάκης, πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, που μίλησε στο θερινό πανεπιστήμιο της LFI: η προσδοκία ενός έντιμου συμβιβασμού με τους θεσμούς είναι αυταπάτη, γιατί οι κυρίαρχες τάξεις δεν διαπραγματεύονται. Υπενθύμισε ότι το 2015 η ΕΚΤ στραγγάλισε τις ελληνικές τράπεζες μέχρι να λυγίσει η κυβέρνηση. Ο Λορντόν επισημαίνει όμως μια διαφορά: το τεράστιο γαλλικό χρέος μπορεί να λειτουργήσει ως όπλο, γιατί μια στοχευμένη στάση πληρωμών δεν θα αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο τρόπο.
Έτσι, σε περίπτωση εκλογής του Μελανσόν, το σενάριο της ελληνικής κρίσης απειλεί να ξαναπαιχτεί, αυτή τη φορά όμως σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση βαθιά αλλαγμένη από τις κρίσεις και τον επανεξοπλισμό, και με μια χώρα ασύγκριτα ισχυρότερη από την Ελλάδα του 2015.
Προφανώς, η σχετική αισιοδοξία για την πιθανότητα κυβέρνησης της Αριστεράς στη Γαλλία δεν αποτελεί επ' ουδενί πρόβλεψη. Είναι η διαπίστωση ότι ο πολιτικός χώρος υπάρχει και ότι η συγκυρία είναι ευνοϊκότερη από ποτέ. Η ιστορία, όπως λέει και ο ίδιος ο Μελανσόν, μένει ακόμη να γραφτεί.
(Ο Νίκος Σμυρναίος είναι καθηγητής ΜΜΕ & Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης)
































