«Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα». Η τραγωδία με τα δύο κορίτσια στην Ηλιούπολη γκρέμισε τη βιτρίνα των ψευδαισθήσεών μας. Η ευθύνη αποδοχής της παρακμής, σαν να ήταν αυτή η κανονικότητα, ανήκει στην άρχουσα τάξη της χώρας.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μία ιστορική καμπή που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μίας συνηθισμένης πολιτικής κρίσης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό ή θεσμικό. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση προσανατολισμού, σε κρίση ηγεσίας, σε κρίση ταυτότητας.
Για δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα κατάφερε να παρουσιάζει την παρακμή σαν μια διαχειρίσιμη κατάσταση. Όμως η πραγματικότητα δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές τακτικές. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταρρέει. Η μεσαία τάξη συρρικνώνεται. Οι νέοι αδυνατούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών πιστεύει ότι η χώρα βαδίζει σε λάθος κατεύθυνση.
Η παρακμή της Μεταπολίτευσης
Αυτή η κρίση δεν προέκυψε ξαφνικά. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είχε προβλέψει από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα την Εποχή της Ασημαντότητας. Μία εποχή όπου οι κοινωνίες χάνουν την ικανότητα να παράγουν μεγάλες ιδέες, ιστορικούς στόχους και συλλογικά οράματα. Η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση της εικόνας. Η δημόσια ζωή απογυμνώνεται από πνευματικό βάθος. Και η κοινωνία εισέρχεται σε μία αργή αλλά βαθιά παρακμή χωρίς ιστορική επίγνωση.
Η ελληνική περίπτωση επιβεβαίωσε με σχεδόν δραματικό τρόπο αυτή τη διάγνωση. Η Μεταπολίτευση υπήρξε μία περίοδος δημοκρατικής σταθερότητας και εθνικής ομαλότητας. Αποκατέστησε τη Δημοκρατία και ενέταξε την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Όμως μετά από ένα σημείο σταμάτησε να δημιουργεί το μέλλον. Το πολιτικό σύστημα μετατράπηκε σταδιακά σε μηχανισμό αναπαραγωγής ισορροπιών, εξαρτήσεων και πελατειακών συμβιβασμών. Η χώρα απέκτησε ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να γίνει ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος.
Η αστική τάξη της προόδου
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αλλοιώθηκε σταδιακά και ο ιστορικός ρόλος της αστικής τάξης. Η πραγματική αστική τάξη στην ευρωπαϊκή Ιστορία δεν υπήρξε απλώς μία κοινωνική κατηγορία με οικονομικά χαρακτηριστικά. Υπήρξε δύναμη θεσμικής συγκρότησης, παραγωγής και εθνικής αναγέννησης. Από τη βιομηχανική Αγγλία μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση και από την ευρωπαϊκή αστική δημοκρατία μέχρι τη δημιουργία των σύγχρονων κρατών, η αστική τάξη λειτούργησε ως φορέας προόδου, παιδείας, θεσμών και στρατηγικής σκέψης.
Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα στις μεγάλες στιγμές της εθνικής συγκρότησης. Η ελληνική αστική τάξη της διασποράς χρηματοδότησε την Επανάσταση του 1821, ίδρυσε σχολεία, πανεπιστήμια και κοινωφελή ιδρύματα, δημιούργησε τράπεζες, λιμάνια και υποδομές, συνέδεσε την επιχειρηματική επιτυχία με την εθνική αποστολή. Οι μεγάλοι ευεργέτες είχαν την αντίληψη ότι χωρίς ισχυρή πατρίδα δεν μπορεί να υπάρξει ούτε διαχρονική ευημερία ούτε ιστορική συνέχεια.
Ο μεσαίος χώρος της ασημαντότητας
Αυτή η αστική τάξη δεν έχει καμία σχέση με τον σημερινό μεσαίο χώρο της προσαρμογής και του διαρκούς συμβιβασμού με κάθε μορφή εξουσίας. Η αστική τάξη δημιούργησε θεσμούς και έδωσε κατεύθυνση στη χώρα. Ο μεσαίος χώρος της ύστερης Μεταπολίτευσης λειτούργησε κυρίως ως δύναμη διαχείρισης και σταθεροποίησης ενός χρεοκοπημένου συστήματος. Αντί να συγκρουστεί με τις παθογένειες του κράτους, συχνά ενσωματώθηκε σε αυτές. Αντί να απαιτήσει αξιοκρατία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και σοβαρή δημόσια διοίκηση, προσαρμόστηκε στη λογική των μικροπολιτικών ισορροπιών και της διατήρησης των κεκτημένων.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε διαγνώσει εγκαίρως αυτή την αποσύνθεση. Είχε επισημάνει την αδυναμία στρατηγικής σκέψης, την υποχώρηση της παραγωγικής αντίληψης και την εξαφάνιση κάθε σοβαρού εθνικού σχεδίου. Η Ελλάδα, προειδοποιούσε, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία κοινωνία χωρίς ιστορική αυτοπεποίθηση, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς πολιτισμικό προσανατολισμό.
Και αυτό ακριβώς συνέβη. Η χώρα έμαθε να λειτουργεί χωρίς αρχές, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς αξιοκρατία. Χωρίς αίσθηση της μακροπρόθεσμης εθνικής ευθύνης. Η οικονομική κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες του μοντέλου που χρεοκόπησε. Η κρίση των θεσμών το ολοκληρώνει με την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.
Ένας νέος πατριωτισμός
Η ιστορική ευθύνη της αστικής τάξης επανέρχεται σήμερα με επείγοντα τρόπο.
Η ώρα της έχει φτάσει όχι για να υπερασπιστεί τα προνόμιά της, αλλά για να ξεβολευτεί. Να εγκαταλείψει τον ρόλο του παθητικού παρατηρητή και του διαρκώς ουδέτερου μεσαίου χώρου, που συμβιβάζεται με κάθε εξουσία προκειμένου να διατηρεί την ασφάλεια και την επιρροή του.
Σε περιόδους ιστορικής παρακμής, η ουδετερότητα δεν είναι σταθερότητα. Είναι συνενοχή.
Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά μία αστική τάξη με αίσθηση ιστορικής αποστολής. Μία δύναμη που θα λειτουργήσει ως πρωτοπορία εθνικής και θεσμικής αναγέννησης. Που θα απαιτήσει πραγματική αξιοκρατία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, παραγωγική ανασυγκρότηση, σοβαρό κράτος και μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό. Αλλιώς, η χώρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί οριστικά σε μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, θεσμικής κόπωσης και ιστορικής παραίτησης.
Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς μπροστά σε αυτό το σταυροδρόμι. Ή θα συνεχίσει να βυθίζεται στην Εποχή της Ασημαντότητας, μέσα σε μία κοινωνία διαρκούς παρακμής και πολιτισμικής κόπωσης ή θα επιχειρήσει μία νέα ιστορική επανεκκίνηση. Μία Νέα Μεταπολίτευση. Όχι ως σύνθημα. Αλλά ως επανίδρυση της χώρας. Ένα νέο πατριωτισμό.
(Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας- Το νέο βιβλίο του με τίτλο « Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση)



























