Η σημερινή ελληνική κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, κοινωνική ή κομματική. Είναι, βαθύτερα, κρίση αντιπροσώπευσης. Οι πολίτες δεν αμφιβάλλουν απλώς για τις επιδόσεις μιας κυβέρνησης ή για την επάρκεια μιας αντιπολίτευσης. Αμφιβάλλουν για το αν το πολιτικό σύστημα, ως σύνολο, μπορεί να παράγει δικαιοσύνη, ασφάλεια, λογοδοσία, αποτελεσματικότητα και προοπτική. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη μορφή δημοκρατικής φθοράς. Διότι όταν η δυσπιστία παύει να αφορά πρόσωπα και στρέφεται εναντίον των θεσμών, η πολιτική χάνει τη νομιμοποιητική της βάση.
Στην Ελλάδα, η δυσπιστία αυτή δεν προέκυψε από το κενό. Είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος που, παρά την τραυματική εμπειρία της χρεοκοπίας, δεν εγκατέλειψε ποτέ πραγματικά τις βασικές του παθολογίες. Ο πελατειασμός δεν εξαφανίστηκε, μετασχηματίστηκε. Ο παρασιτικός καπιταλισμός δεν ηττήθηκε, προσαρμόστηκε. Η διακριτική ευχέρεια της εξουσίας, η προσωποποίηση του κράτους και η σύγχυση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και την κομματική ή ιδιωτική επιρροή παραμένουν ισχυρότερες απ’ όσο αντέχει μια ώριμη δημοκρατία.
Το κεντρικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι η Ελλάδα υπολείπεται στην αποτελεσματικότητα του κράτους. Είναι ότι εξακολουθεί να λειτουργεί με θεσμική αρχιτεκτονική που παράγει εξαρτήσεις αντί για κανόνες. Η πολιτική δεν οργανώνει συλλογικούς στόχους. Διαχειρίζεται προσβάσεις. Ο βουλευτής δεν λογοδοτεί κυρίως για το νομοθετικό του έργο, αλλά για την ικανότητά του να “διευκολύνει”. Ο υπουργός δεν κρίνεται μόνο από τη δημόσια πολιτική που σχεδιάζει, αλλά και από τη μικροεξουσία που ασκεί. Και ο πολίτης εκπαιδεύεται να αντιμετωπίζει το κράτος όχι ως ουδέτερο θεσμό, αλλά ως πεδίο διαμεσολαβήσεων.
Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί η εναλλαγή κυβερνήσεων δεν λύνει το πρόβλημα. Μπορεί να αλλάξει τους διαχειριστές του συστήματος, αλλά δεν αλλάζει αναγκαστικά το ίδιο το σύστημα. Η σημερινή πολιτική αδυναμία της χώρας έγκειται ακριβώς εδώ: στην αδυναμία μετάβασης από την εκλογική εναλλαγή στη θεσμική μεταρρύθμιση. Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από μια νέα κυβέρνηση. Χρειάζεται νέα σχέση ανάμεσα στην εξουσία και τους θεσμούς.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιστορική ευκαιρία, αλλά και η ιστορική υποχρέωση, του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να διεκδικήσει ρόλο απλώς ως ένας ακόμη αντιπολιτευτικός φορέας ή ως διαχειριστής μιας μελλοντικής κυβερνητικής εναλλαγής. Αυτό θα ήταν πολιτικά ανεπαρκές και στρατηγικά αδιέξοδο. Μπορεί, όμως, να διεκδικήσει κάτι πολύ ουσιαστικότερο: να γίνει η δύναμη που θα μιλήσει ξανά για τη θεσμική οργάνωση της χώρας με σοβαρότητα, βάθος χρόνου και μεταρρυθμιστική πυγμή. Όχι με τη γλώσσα της καταγγελίας, αλλά με τη γλώσσα της ανασυγκρότησης.
Οι σημαντικότερες μεταπολιτευτικές τομές που βελτίωσαν την καθημερινότητα, την ισότητα και την ποιότητα του κράτους συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τη μεταρρυθμιστική παράδοση του ΠΑΣΟΚ: από το ΕΣΥ και τις μεταβολές στο οικογενειακό και εργατικό δίκαιο έως το ΑΣΕΠ, τον Συνήγορο του Πολίτη, τις Ανεξάρτητες Αρχές, τα ΚΕΠ, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τη Διαύγεια, σύγχρονες αρχές εποπτείας δημοσίων συμβάσεων, θεσμοί για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του μαύρου χρήματος, ακόμη και στις συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Αυτή η παρακαταθήκη δεν σβήνει τα λάθη, τις αντιφάσεις ή τις ευθύνες του παρελθόντος. Αποδεικνύει, όμως, ότι το κόμμα αυτό υπήρξε, στις καλύτερές του στιγμές, φορέας θεσμικού εκσυγχρονισμού και όχι απλώς εκλογικός μηχανισμός.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί να ξαναγίνει.
Και η απάντηση είναι ότι μπορεί, μόνο εφόσον κατανοήσει πως η παρούσα συγκυρία δεν επιτρέπει πολιτική νοσταλγίας. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να εμφανιστεί ως η δύναμη που δεν υπόσχεται απλώς καλύτερη διαχείριση, αλλά διαφορετικούς κανόνες του παιχνιδιού: ένα νέο πλαίσιο δημοκρατικής λειτουργίας, ένα νέο παραγωγικό συμβόλαιο και μια νέα σχέση κοινωνίας και κράτους.
Αυτό σημαίνει, πρώτον, ότι πρέπει να θέσει στο επίκεντρο το ίδιο το μοντέλο εξουσίας στην Ελλάδα. Το ελληνικό πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο - ένα είδος «αιρετού μονάρχη» που κυριαρχεί στη σύνθεση και λειτουργία της κυβέρνησης, στο κόμμα που είναι αρχηγός και στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία - έχει ξεπεράσει τα όρια της λειτουργικής αποτελεσματικότητας και έχει μετατραπεί σε μείζον πρόβλημα δημοκρατικής ισορροπίας. Στο όνομα της «σταθερότητας», έχει οικοδομηθεί ένα σύστημα όπου η εκτελεστική εξουσία απορροφά τους θεσμικούς ελέγχους, η Βουλή συρρικνώνεται σε επικυρωτικό μηχανισμό και οι ανεξάρτητοι θεσμοί συχνά αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικά εμπόδια και όχι ως πυλώνες της δημοκρατίας.
Η ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας σε έναν ισχυρό και διακριτό πόλο της εκτελεστικής εξουσίας, είτε με την άμεση εκλογή του από τον λαό με απόλυτη πλειοψηφία είτε με την διεύρυνση του εκλεκτορικού σώματος, και η διεύρυνση των ρυθμιστικών του αρμοδιοτήτων - χωρίς τις υπερεξουσίες του 1975 – μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο αντιστάθμισης της υπέρμετρης εξουσίας του εκάστοτε «παντοκράτορα» Πρωθυπουργού.
Η υποβάθμιση της Βουλής, η ασθενής κοινοβουλευτική λογοδοσία και η πρακτική συγχώνευση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας συνθέτουν ένα σύστημα χωρίς επαρκή αντίβαρα. Μια σοβαρή μεταρρυθμιστική ατζέντα οφείλει να επαναφέρει την έννοια του ελέγχου στο κέντρο της δημοκρατίας: ισχυρότερο κοινοβούλιο, ουσιαστικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας, σαφέστερος διαχωρισμός ρόλων ανάμεσα σε κυβέρνηση και βουλευτές.
Το Ολλανδικό Σύνταγμα επιβάλλει πλήρη ασυμβατότητα: ένας υπουργός πρέπει να παραιτηθεί από την έδρα του στη Βουλή όταν αναλαμβάνει το αξίωμα. Αυτό διασφαλίζει ότι δεν μπορεί να νομοθετεί, να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο και ταυτόχρονα να ασκεί εκτελεστική εξουσία. Δημιουργεί μια διακριτή εκτελεστική εξουσία και ένα ανεξάρτητο κοινοβούλιο που λειτουργούν ως αντίβαρα αντί ως συγκοινωνούντα δοχεία.
Η Σουηδία προσφέρει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου διδακτικό μοντέλο μερικής ασυμβατότητας. Οι υπουργοί αντικαθίστανται από αναπληρωτές βουλευτές ενώ στο πλαίσιο του ministerstyre απαγορεύεται να παρεμβαίνουν σε συγκεκριμένες διοικητικές αποφάσεις. Οι πολιτικοί χαράσσουν πολιτική, οι δημόσιες αρχές εφαρμόζουν τον νόμο ανεξάρτητα. Στόχος: να αποτραπεί η μετατροπή των υπουργών σε ρυθμιστές προσωπικών υποθέσεων, δηλαδή σε παράγοντες πελατειακού κράτους.
Η Ελλάδα βρίσκεται στον αντίποδα. Το πολιτικό σύστημα έχει δομηθεί έτσι ώστε να συγκεντρώνει μικρο-εξουσία στα χέρια υπουργών και βουλευτών. Ο πελατειασμός δεν είναι εξαίρεση, είναι λειτουργική ανάγκη ενός συστήματος όπου σχεδόν κάθε τι εξαρτάται από μια υπογραφή υπουργού: η απόσπαση ενός εκπαιδευτικού, ο αριθμός εισακτέων στα πανεπιστήμια ή η παράταση της θητείας ενός γιατρού στο ΕΣΥ. Μια απλή διοικητική πράξη μετατρέπεται σε πολιτικό "ρουσφέτι", η ακαδημαϊκή αυτονομία θυσιάζεται στο πολιτικό κόστος και οι επαγγελματικές πορείες εξαρτώνται από πολιτικές παρεμβάσεις. Ένα σύστημα που λειτουργεί μέσω εξαρτήσεων, όχι μέσω θεσμών.
Δεύτερον, σημαίνει ότι πρέπει να σπάσει ο μηχανισμός του πελατειασμού εκεί όπου πραγματικά αναπαράγεται: στη μικροδιαχείριση της διοίκησης από την πολιτική εξουσία. Η μερική ή πλήρης ασυμβατότητα ανάμεσα στην υπουργική και τη βουλευτική ιδιότητα, η αποτροπή των υπουργικών παρεμβάσεων σε συγκεκριμένες διοικητικές αποφάσεις, η δραστική μείωση των εξαρτήσεων μέσω πολιτικών γραφείων και αποσπάσεων, η ενίσχυση μιας επαγγελματικής, μόνιμης και αξιοκρατικής διοίκησης, δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι η ουσία της μάχης για μια διαφορετική Ελλάδα. Όσο το κράτος λειτουργεί ως προέκταση του πολιτικού γραφείου, η δημοκρατία θα παραμένει τυπική. Η κατάργηση αποσπάσεων δημόσιων υπαλλήλων στους βουλευτές και τα κόμματα, ο δραστικός περιορισμός του αριθμού τους στα γραφεία των υπουργών, η κατάργηση των πολιτικών γραφείων των βουλευτών και η στέγασή τους στα γραφεία των κομμάτων, με προσωπικό που θα απασχολούν τα κόμματα και όχι οι ίδιοι, συνεισφέρουν στην αποδυνάμωση του πελατειασμού.
Τρίτον, το ΠΑΣΟΚ οφείλει να ξανανομιμοποιήσει την έννοια της συνεργασίας. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, ιδίως σε περιβάλλον έντονης πόλωσης και ασθενών αντίβαρων, τείνουν να αναπαράγουν πελατειακές ισορροπίες αντί να τις ανατρέπουν. Η «ισχυρή κυβέρνηση» συχνά καταλήγει σε ισχυρά δίκτυα που εμποδίζουν την αλλαγή. Οι μεταρρυθμίσεις που θίγουν κατεστημένα συμφέροντα αναβάλλονται ή αφοπλίζονται. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν πανάκεια. Μπορούν να οδηγήσουν σε αδράνεια και συμβιβασμούς. Υπό προϋποθέσεις, όμως, μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός θεσμικής πειθαρχίας. Να περιορίσουν τον λαϊκισμό, να ενθαρρύνουν τη συναίνεση, να αυξήσουν το πολιτικό κόστος της καθαρής πελατειακής πολιτικής και να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Ένα πιο αναλογικό εκλογικό σύστημα, χωρίς υπερενισχύσεις και αποκλεισμούς συνασπισμών, δημιουργεί κίνητρα για προγραμματικές συγκλίσεις. Η κατάργηση του σταυρού προτίμησης και η καθιέρωση μεικτού συστήματος χωρίς να καταργηθεί η εύλογη πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, εφ’ όσον αυτό συγκεντρώνει σημαντικό ποσοστό, είναι μια καλή αρχή.
Οι κυβερνήσεις συνεργασίας χρειάζονται θεσμούς που τις θωρακίζουν. Υποχρεωτική, γραπτή προγραμματική συμφωνία που κατατίθεται και συζητείται στη Βουλή. Ενισχυμένος κοινοβουλευτικός έλεγχος στην υλοποίησή της, με μετρήσιμους στόχους και δημόσια λογοδοσία. Και κανόνες σταθερότητας, όπως μια μορφή «εποικοδομητικής δυσπιστίας», ώστε να μην πέφτουν κυβερνήσεις χωρίς εναλλακτική πλειοψηφία.
Τέταρτον, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να συνδέσει τη θεσμική μεταρρύθμιση με ένα νέο παραγωγικό συμβόλαιο. Η κοινωνία έχει κουραστεί από μεγάλα λόγια περί ανάπτυξης που δεν μεταφράζονται σε καλύτερες δουλειές και μισθούς, ισχυρότερες υπηρεσίες, λιγότερες ανισότητες και πιο ανθεκτική παραγωγική βάση. Η οικονομία δεν θα μετασχηματιστεί με επιδοτήσεις, επιδόματα, αυξομειώσεις φόρων, ανακοινώσεις επενδύσεων και επικοινωνιακή διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων. Χρειάζεται θεσμούς που ευνοούν τον ανταγωνισμό, την αξιολόγηση, τις δεξιότητες, τη διάχυση της γνώσης και τη λογοδοσία στη χρήση του δημόσιου χρήματος. Ένα Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικού Μετασχηματισμού, μπορεί να συντονίσει κράτος, επιχειρήσεις, συνδικάτα και πανεπιστήμια για να εντοπίζει εμπόδια στην παραγωγικότητα και να σχεδιάζει πολιτικές δεξιοτήτων. Μια νέα Αρχή Αξιολόγησης Πολιτικής, υπαγόμενη στη Βουλή, θα μπορούσε να εξετάζει αν τα δημόσια κονδύλια υπηρετούν παραγωγικούς και κοινωνικούς σκοπούς ή αν ανακυκλώνουν παλιές πελατειακές λογικές με νέο περιτύλιγμα.
Η πώληση κρίσιμων υποδομών προκαλεί ανησυχία. Όταν η ιδιοκτησία στρατηγικών πόρων περνά σε ξένα χέρια, συχνά με εγχώρια χρηματοδότηση, η εξουσία λήψης αποφάσεων μεταφέρεται επίσης στο εξωτερικό. Η εθνική κυριαρχία σήμερα δεν χάνεται στα πεδία των μαχών αλλά στις συμβάσεις. Αν ένα κράτος χάσει τον έλεγχο των υποδομών του, χάνει την ουσία της κυριαρχίας του. Ένας ισχυρός, διαφανής και νομικά θωρακισμένος Μηχανισμός Ελέγχου Στρατηγικών Επενδύσεων θα διασφάλιζε το δημόσιο συμφέρον και την εθνική ασφάλεια.
Αλλά χρειάζεται και κάτι ακόμη: μια νέα ηθική της δημόσιας ευθύνης. Διότι χωρίς αυτήν, ακόμη και οι καλύτερες μεταρρυθμίσεις καταλήγουν να αφομοιώνονται από το ίδιο φθαρμένο σύστημα. Η πολιτική αλλαγή δεν θα έρθει μόνο με νέες δομές. Θα έρθει όταν αποκατασταθεί η αίσθηση ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, ότι η εξουσία ελέγχεται πραγματικά και ότι το δημόσιο συμφέρον δεν είναι ρητορικό άλλοθι αλλά δεσμευτικό κριτήριο. Γι’ αυτό και το ζήτημα του κράτους δικαίου είναι απολύτως κεντρικό. Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή κεντροαριστερή πρόταση χωρίς καθαρό μέτωπο υπέρ της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, της διαφάνειας στη νομοθέτηση, της ισονομίας, της προστασίας των θεσμικών εγγυήσεων. Δεν μπορεί να υπάρξει πειστική υπόσχεση δημοκρατικής αναγέννησης, όταν η κοινωνία έχει την αίσθηση ότι άλλοι πολίτες λογοδοτούν πλήρως και άλλοι προστατεύονται από την ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τη θέση τους. Η μεταφορά της αρμοδιότητας της Βουλής για την ποινική ευθύνη υπουργών στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο, εξομοιώνει τις διαδικασίες διερεύνησης με τους κοινούς πολίτες
Η κυβέρνηση σήμερα εκπέμπει ισχύ αλλά όχι θεσμική αξιοπιστία, η λοιπή αντιπολίτευση εκπέμπει ένταση, αλλά όχι κυβερνησιμότητα. Ανάμεσα στην αλαζονεία της εξουσίας και στην αμηχανία της διαμαρτυρίας μπορεί να σταθεί το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη που μπορεί να μεταφράσει τη διάχυτη κοινωνική κόπωση σε ένα πειστικό σχέδιο δημοκρατικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μια παράσταση πολιτικής φθοράς και εναλλαγής προσώπων. Χρειάζεται μια πολιτική δύναμη που να κατανοεί ότι η πρόοδος δεν εξαρτάται μόνο από το ποιος κυβερνά, αλλά από το πώς είναι οργανωμένη η εξουσία, ποιος την ελέγχει και για ποιο σκοπό ασκείται.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να γίνει αυτή η δύναμη και να αποκτήσει ξανά ιστορικό βάρος μόνο αν μιλήσει με καθαρότητα για τη δημοκρατία, το κράτος, την παραγωγή, τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Μόνο αν πείσει ότι δεν θέλει απλώς να κυβερνήσει καλύτερα το υπάρχον σύστημα, αλλά να το μετασχηματίσει.
Και σήμερα έχει υποχρέωση να το επιχειρήσει. Όχι για να δικαιώσει το παρελθόν του, αλλά για να καταστεί αναγκαίο στο μέλλον της χώρας.
(Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ)




























