Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ιδρύθηκε και λειτουργεί από το 2002 στη Χάγη, με βάση το Καταστατικό του που συμφωνήθηκε και άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη το 1998. Το Καταστατικό της Ρώμης δεσμεύει αυτή τη στιγμή 124 κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας καθώς και όλων των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ισραήλ δεν έχει κυρώσει το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, όπως δεν το έχουν κυρώσει επίσης οι ΗΠΑ, η Ουκρανία, η Ρωσία, η Κίνα, κ.ά. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του εγκλήματος της γενοκτονίας, και του εγκλήματος της επίθεσης, εφόσον αυτά τελούνται στο έδαφος κράτους-μέρους ή από υπηκόους κράτους-μέρους.
Το Κράτος της Παλαιστίνης κύρωσε το Καταστατικό του Δικαστηρίου τον Ιανουάριο του 2015 και παρέπεμψε αναδρομικά από 13 Ιουνίου 2014 την «κατάσταση» που επικρατεί στα Παλαιστινιακά εδάφη στο Δικαστήριο με βάση τα ά. 13(α) και 14 του Καταστατικού. Έκτοτε η Εισαγγελία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου εκκίνησε προκαταρκτική έρευνα της κατάστασης στα Παλαιστινιακά εδάφη, προχώρησε δε σε πλήρη έρευνα της κατάστασης το Δεκέμβριο του 2019. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, σειρά κρατών (μεταξύ των οποίων η Νότια Αφρική, η Βολιβία, η Χιλή, το Μεξικό, το Μπανγκλαντές) παρέπεμψαν την κατάσταση που επικρατεί στα Παλαιστινιακά εδαφη στην Εισαγγελία του Δικαστηρίου, και ο ίδιος ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου είχε ενημερώσει ότι η έρευνα συνεχίζεται και πραγματοποίησε επισκέψεις σε Ισραήλ και Παλαιστινιακά εδάφη.
Στις 20 Μαϊου 2024, ο Εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ανακοίνωσε ότι η Εισαγγελία απέστειλε αίτημα για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης για πέντε άτομα, και συγκεκριμένα για τους ηγέτες του πολιτικού και του στρατιωτικού σκέλους της Χαμάς, καθώς για τον τοπικό ηγέτη της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, όπως επίσης για τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Άμυνας του Ισραήλ. Σύμφωνα με το αίτημα, από την έρευνα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για την τέλεση σειράς εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στα Παλαιστιακά εδάφη από τα συγκεκριμένα πρόσωπα.
Το αίτημα για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης απευθύνεται στο Προδικαστικό Τμήμα του Δικαστηρίου, το οποίο και θα αποφασίσει αν συμφωνεί με την εκτίμηση του Εισαγγελέα τόσο περί της δικαιοδοσίας τους Δικαστηρίου, όσο και περί των σοβαρών ενδείξεων για την τέλεση των σχετικών αδικημάτων (για τα οποία βλ. Παρακάτω). Η απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να αναμένεται εντός των επομένων μηνών: στην περίπτωση του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας το Δικαστήριο αποφάσισε εντός τεσσάρων εβδομάδων, ενώ στην περίπτωση του πρώην ηγέτη του Σουδάν το Δικαστήριο χρειάστηκε επτά μήνες σχεδόν για να αποφασίσει.
Εφόσον το Δικαστήριο συμφωνήσει με την Εισαγγελία (που είναι ανεξάρτητη) και εκδώσει τα σχετικά εντάλματα, όλα τα κράτη-μέρη του Καταστατικού της Ρώμης είναι υποχρεωμένα να τα εκτελέσουν εφόσον κάποιος από τα πρόσωπα εναντίον των οποίων εκκρεμούν τέτοια εντάλματα βρεθούν εντός της δικαιοδοσίας τους, δηλαδή συνήθως εντός της επικράτειάς τους. Αυτό θα περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα κινήσεων των προσώπων αυτών, ειδικά, στην περίπτωσή μας, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μη συμμόρφωση με το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου αποτελεί παραβίαση του Καταστατικού της Ρώμης (ά. 86 επ.), και άρα επιφέρει τη διεθνή ευθύνη του κράτους-μέρους που δεν συμμορφώνεται.
Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εκ των προτέρων ποιες είναι οι πιθανότητες για την έκδοση των ενταλμάτων που αιτείται η Εισαγγελία. Ο Εισαγγελέας υποστηρίχθηκε στην έρευνά του και από ανεξάρτητη ομάδα νομικών με ειδίκευση στο διεθνές ποινικό δίκαιο την οποία διόρισε ο ίδιος και η οποία περιλαμβάνει πρώην δικαστές διεθνών ποινικών δικαστηρίων, ακαδημαϊκούς, και δικηγόρους με μεγάλη πείρα στα σχετικά θέματα. Σε αυτήν συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Θήοντορ Μερόν, πρώην πρόεδρος του Ειδικού Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία, πρώην νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ, πρώην καθηγητής στο New York University και νυν επισκέπτης καθηγητής και αγαπητός συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, καθώς και η Ελίζαμπεθ Γουίλμσχερτ, πρώην νομική σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου που παραιτήθηκε όταν η νομική της συμβουλή περί του παρανόμου της εισβολής στο Ιράκ το 2003 αγνοήθηκε από την πολιτική ηγεσία και που είναι αυτή τη στιγμή η υπεύθυνη του προγράμματος διεθνούς δικαίου του ανεξάρτητου Βασιλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Chatham House) του Ηνωμένου Βασιλείου.
Αξίζει να σημειωθούν εδώ κάποια βασικά νομικά ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει το Προδικαστικό Τμήμα του Δικαστηρίου. Ένα από αυτά είναι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του. Ως προς αυτό, η Εισαγγελία υποστηρίζει πως τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση ενταλμάτων έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα στην επικράτεια του Κράτους της Παλαιστίνης, κράτος που έχει γίνει αποδεκτό ως τέτοιο από το Δικαστήριο και το οποίο έχει κυρώσει το Καταστατικό του Δικαστηρίου: άρα το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, για όσα εγκλήματα φέρονται να τελούνται στην επικράτεια των παλαιστινιακών εδαφών, ανεξάρτητα από την υπηκοότητα των φερομένων ως δραστών.
Ένα δεύτερο βασικό ζήτημα επί του οποίου θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι αυτό της επικουρικότητας (ή συμπληρωματικότητας). Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μόνο επικουρικά προς τις εθνικές έννομες τάξεις. Αυτό σημαίνει πως η δικαιοδοσία του «ενεργοποιείται» μόνο εφόσον η σχετική υπόθεση δεν διερευνάται ή διώκεται από το κράτος το οποίο έχει δικαιοδοσία επ’ αυτής ή εφ’ όσον το Δικαστήριο κρίνει ότι το κράτος που διερευνά ή διώκει την υπόθεση δεν δύναται ή δεν προτίθεται να διεξάγει τη σχετική διαδικασία με ουσιαστικό τρόπο (δηλαδή η σχετική διαδικασία γίνεται «για τα μάτια του κόσμου»).
Ένα τρίτο, και ιδιαίτερα σημαντικό και ουσιαστικό ζήτημα που θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο αφορά το αποδεικτικό υλικό που έχει προσκομίσει η Εισαγγελία προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ως προς την τέλεση αδικημάτων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εδώ το Δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει το αποδεικτικό υλικό και στη συνέχεια να αποφασίσει αν αυτό στοιχειοθετεί α) επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση αδικημάτων, και β) ότι τα φερόμενα αδικήματα εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ο Εισαγγελέας έχει ζητήσει την έκδοση ενταλμάτων για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και κάθε πράξη που καταγγέλεται θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει, εφόσον αποδειχθεί, στις νομικές αυτές κατηγορίες.
Τέλος, δύο σημαντικά στοιχεία που πρέπει να τονιστούν είναι τα εξής: πρώτον, ο Εισαγγελέας δεν έχει ζητήσει εντάλματα για το έγκλημα της γενοκτονίας προς ώρας. Όμως, όπως τόνισε και ο ίδιος, η έρευνα συνεχίζεται και δεν αποκλείεται να ζητηθεί η έκδοση περαιτέρω ενταλμάτων, που μπορεί να αφορούν τα ίδια ή άλλα πρόσωπα, και που μπορεί να αφορούν κι άλλα φερόμενα ως εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Δεύτερον, και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εξακολουθεί να ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας των εμπλεκομένων ως και την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο – απόφασης που, σε γενικές γραμμές, δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς της αυτοπρόσωπη παρουσία των κατηγορουμένων. Εν ολίγοις, ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς. Παρ’ όλα αυτά, το αίτημα για την έκδοση ενταλμάτων έχει δημιουργήσει ποικίλες αντιδράσεις, με ορισμένα κράτη να τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ της ολοκλήρωσης της σχετικής διεθνούς ποινικής διαδικασίας, άλλα κράτη να τονίζουν την ανάγκη σεβασμού της διαδικασίας κρατώντας πιο επιφυλακτική στάση, και τέλος κάποια κράτη να επικρίνουν ρητά τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου και να καλούν σε ανυπακοή απέναντι σε εντάλματα που ενδεχομένως εκδοθούν.
(Ο Αντώνης Τζανακόπουλος είναι Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου της Οξφόρδης)



























