Όταν οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ολοκληρώθηκαν τα ξημερώματα της Κυριακής χωρίς μόνιμη κατάπαυση του πυρός, οι Αμερικανοί δήλωσαν ότι είχαν καταθέσει την τελική και καλύτερη πρότασή τους και ότι η Τεχεράνη δεν την αποδέχθηκε.
«Έχουμε καταστήσει απολύτως σαφές ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας, σε ποια ζητήματα είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε παραχωρήσεις και σε ποια όχι», δήλωσε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς μετά από 21 ώρες συνομιλιών με ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους στο ξενοδοχείο Serena στο Ισλαμαμπάντ.
Ο Βανς δεν διευκρίνισε ποιες ήταν αυτές οι κόκκινες γραμμές.
Τις παραμονές των συνομιλιών και οι δύο πλευρές είχαν ξεκαθαρίσει με δημόσεις δηλώσεις τους πως βρίσκονται πολύ μακριά σε αρκετά κρίσιμα ζητήματα. Δεν είχαν συμφωνήσει ούτε καν στο αν η δίμηνη εκεχειρία που επιτεύχθηκε την Τρίτη αφορούσε και τις συγκρούσεις στον Λίβανο - μια διαφωνία που λίγο έλειψε να εκτροχιάσει τις διαπραγματεύσεις.
Μέχρι νωρίς την Κυριακή, τρία βασικά αγκάθια παρέμεναν, σύμφωνα με δύο Ιρανούς αξιωματούχους με γνώση επί των συνομιλιών: η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η τύχη σχεδόν 900 λιβρών εμπλουτισμένου ουρανίου και η απαίτηση του Ιράν να αποδεσμευθούν περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια από δεσμευμένα έσοδα που βρίσκονται στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με δύο Ιρανούς αξιωματούχους, οι οποίοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν απαιτήσει το Ιράν να ανοίξει άμεσα τα Στενά σε όλη τη ναυσιπλοΐα, όμως η Τεχεράνη αρνήθηκε να εγκαταλείψει το διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα πάνω σε αυτό το κρίσιμο πέρασμα για τα πετρελαιοφόρα, δηλώνοντας ότι θα το πράξει μόνο μετά από οριστική ειρηνευτική συμφωνία.
Το Ιράν ζήτησε επίσης αποζημιώσεις για τις έξι εβδομάδες αεροπορικών επιδρομών, καθώς και την αποδέσμευση παγωμένων πετρελαϊκών εσόδων που βρίσκονται στο Ιράκ, το Λουξεμβούργο, το Μπαχρέιν, την Ιαπωνία, το Κατάρ, την Τουρκία και τη Γερμανία - προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση της χώρας. Οι Αμερικανοί απέρριψαν τα αιτήματα αυτά.
Ένα ακόμη σημείο τριβής ήταν η απαίτηση του προέδρου Τραμπ το Ιράν να παραδώσει ή να πουλήσει ολόκληρο το απόθεμά του σε εμπλουτισμένο ουράνιο. Το Ιράν κατέθεσε αντιπρόταση, όμως οι δύο πλευρές δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συμβιβασμό, σύμφωνα με τους αξιωματούχους.
«Όταν δύο σοβαρές ομάδες με ουσιαστική πρόθεση να συμφωνήσουν κάθονται στο τραπέζι, πρέπει να υπάρξει αποτέλεσμα αμοιβαία επωφελές. Είναι μη ρεαλιστικό να πιστεύει κανείς ότι μπορούμε να βγούμε από αυτή τη διαδικασία χωρίς σημαντικές παραχωρήσεις· το ίδιο ισχύει και για τους Αμερικανούς», δήλωσε ο αναλυτής Μεχντί Ραχμάτι από την Τεχεράνη σε τηλεφωνική συνέντευξη.
Παρότι οι συναντήσεις ολοκληρώθηκαν χωρίς συμφωνία, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν θεωρήθηκε ένδειξη προόδου.
Μόλις έξι εβδομάδες νωρίτερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είχαν σκοτώσει τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε αεροπορική επιδρομή και Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν ορκιστεί εκδίκηση. Τότε, η προοπτική οποιασδήποτε συνάντησης υψηλού επιπέδου μεταξύ Ιρανών και Αμερικανών φαινόταν μακρινή.
Ωστόσο, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και ισχυρός στρατιωτικός διοικητής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ ηγήθηκε της ιρανικής αντιπροσωπείας και συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Βανς. Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν χειραψία και οι συνομιλίες περιγράφηκαν ως εγκάρδιες και ήρεμες, σύμφωνα με τους δύο ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους.
Παρότι δεν υπήρξε διπλωματική πρόοδος, έσπασε ένα ταμπού που είχε διαμορφωθεί έπειτα από δεκαετίες εχθρότητας, σκληρής ρητορικής και συνθημάτων του τύπου «θάνατος στην Αμερική».
Η συνάντηση μεταξύ Βανς και Γκαλιμπάφ αποτέλεσε την υψηλότερου επιπέδου διαπραγμάτευση μεταξύ εκπροσώπων του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών από τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών το 1979. Λίγο μετά την Ισλαμική Επανάσταση, οι νέοι ηγέτες του Ιράν κατέλαβαν την αμερικανική πρεσβεία και κράτησαν Αμερικανούς διπλωμάτες ομήρους.
«Πρόκειται για τις πιο σοβαρές και παρατεταμένες απευθείας συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και αντικατοπτρίζουν την πρόθεση και των δύο πλευρών να τερματίσουν αυτόν τον πόλεμο», δήλωσε ο Βάλι Νασρ, καθηγητής και ειδικός για το Ιράν στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. «Υπήρξε σαφώς θετική δυναμική ώστε οι συνομιλίες να διαρκέσουν τόσο πολύ και να μην καταρρεύσουν».



























