Το ταξί είχε κολλήσει στην κίνηση, ωστόσο ήταν μάλλον απολαυστική αυτή η αναγκαστική παύση – η καμπίνα μύριζε υπέροχα κι ο απαλός ήχος του πιάνου έκανε ακόμα και την Πατησίων να μοιάζει γοητευτική μες στο βροχερό καταμεσήμερο. «Είναι η Appassionatta», μου λέει χαμογελώντας και σχεδόν αταβιστικά τον ρωτώ τι έχει σπουδάσει. «Λατρεύω το πιάνο, έκανα για 10 χρόνια. Τελειώνω το διδακτορικό μου στα οικονομικά», λέει ο ταξιτζής. Κι κάπως έτσι προέκυψε αυτό το ρεπορτάζ για τη γενιά του multitasking – αυτή τη γενιά που μεγάλωσε μέσα στην κρίση, μαζεύει πτυχία, συσσωρεύει εργασιακή εμπειρία, δουλεύει σε δυο τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Κι όλα αυτά για να βγάλει τον μήνα.
Δεν το λες και ελπιδοφόρο για μια χώρα όπου, υποτίθεται, στοχεύει στο brain gain και κάνει καμπάνιες για να προσελκύσει όσους έφυγαν τα χρόνια των μνημονίων να επιστρέψουν. Γιατί πίσω από τις πρωθυπουργικές δηλώσεις και τις υπουργικές εξαγγελίες, οι νέοι άνθρωποι που ακόμα ζουν στη χώρα βιώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Κι οι ζωές τους μάλλον αποτρεπτικά λειτουργούν για να επιχειρήσει κανείς τη «μεγάλη επιστροφή».
Αυτούς τους νέους ανθρώπους, που δίνουν τη μάχη της επιβίωσης, συναντήσαμε σε αυτό το ρεπορτάζ.
Η Νικόλ και ο Γιάννης κάνουν απλά όνειρα. Με πτυχίο και μεταπτυχιακό εκείνη, έτοιμος να υποστηρίξει τη διατριβή του εκείνος, θέλουν να κάνουν ένα μωρό. Ωστόσο αυτός δεν είναι ένας απλός ανθρώπινος στόχος για ένα ζευγάρι 30άρηδων που ζουν στην Ελλάδα. «Δουλεύω εδώ και 10 χρόνια και κάνω δυο δουλειές. Αυτό σημαίνει ότι ο ελεύθερος χρόνος περιορίζεται πολύ, αφού δουλεύω περίπου 14 ώρες και τα περισσότερα σαββατοκύριακα», λέει η 37χρονη Νικόλ. «Το multitasking και η ευελιξία έχουν γίνει πια χαρακτηριστικά μου. Αν το φιλοσοφήσουμε μάλλον δεν πρέπει να είμαστε χαρούμενοι, μάλλον θα έπρεπε να είμαστε σκεπτικοί για το πως μπορεί αυτό να αλλάξει. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εδώ μπροστά μας. Κι εμείς έπρεπε να δουλεύουμε έτσι για να μπορέσουμε στην αρχή να νοικιάσουμε ένα σπίτι, μετά για να ανακαινίσουμε ένα σπίτι που μας παραχώρησαν οι γονείς μας, τώρα για να μαζέψουμε χρήματα ώστε – αν τα καταφέρουμε – του χρόνου να αποκτήσουμε ένα μωρό».
Ο Γιάννης, στα 30 του σήμερα, δουλεύει ασταμάτητα από τα 20 του. Παράλληλα, πήρε ένα πτυχίο διεθνών κι ευρωπαϊκών σπουδών, ένα μεταπτυχιακό στις διαπραγματεύσεις κι αυτή τη στιγμή είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, με αντικείμενο τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Και για να μπορεί να υποστηρίξει την έρευνά του κάνει τέσσερις (4) δουλειές! «Για εμένα το 13ωρο είναι το ελάχιστο. Εργάζομαι σε μια ΜΚΟ, είμαι ερευνητής σε ευρωπαϊκά ζητήματα, συγγράφω προτάσεις για ευρωπαϊκά προγράμματα και προσπαθώ να δημιουργήσω τη δική μου start up, που θα ασχολείται με την εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ο κινητήριος μοχλός για όλα αυτά είναι η ανασφάλεια, η ιδέα ότι διαρκώς απειλείσαι και χρειάζεσαι ένα ασφαλές περιβάλλον, να μην φοβάσαι τι θα γίνει αν χάσεις τη μια δουλειά. Όλα αυτά ουσιαστικά είναι για να μπορέσω να έχω μια αξιοπρεπή ζωή, όχι χλιδάτη, και να κάνω διαχείριση ρίσκου». Κι όλα αυτά έχουν τεράστιο κόστος, όχι μονάχα σε χρόνο, ενέργεια και νιάτα – αλλά στο ίδιο το σώμα του Γιάννη. «Με πεθαίνει αυτή ανασφάλεια σε επίπεδο άγχους. Μπορεί να κοιμηθώ στις 3 τα ξημερώματα και να ξυπνήσω στις 7 το πρωί. Στο καλό σενάριο ζούμε τα σαββατοκύριακα, αλλά συνήθως τότε βγάζουμε τις υποχρεώσεις που έχουν μείνει εκκρεμείς. Νιώθω ότι έχω πάθει burn out, κοιμάμαι και ξυπνάω κουρασμένος. Το όνειρό μου είναι πολύ απλό – και πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί: θέλω επιτέλους να νιώσω γαλήνη και ασφάλεια».
Εικοσιέξι χρόνια πριν η Λένα Πλάτωνος τραγουδούσε για την υπεραγορά και τις τελευταίες «γενιές των κοριτσιών των ταμείων». Οι στίχοι της, όπως και κάθε σχεδόν ποιητικό ηχητικό σύμπαν που έφτιαχνε, μοιάζουν σήμερα προφητικοί. «Το χρήμα γλιστράει σαν τίποτα μέσα από τα χέρια τους, χέρια εξουδετερωμένα εργατικά», έλεγε η Πλάτωνος και με αναφορά σε αυτόν ακριβώς το στίχο ξεδιπλώνει τη σκέψη της η Κατερίνα Σεργίδου, κοινωνική ανθρωπολόγος και διδακτόρισσα Σπουδών Φύλου και Φεμινισμού, όταν της ζητάμε να μας γνωρίσει λίγο βαθύτερα τη γενιά της κατακερματισμένης εργασίας. «Μιλώντας μέσα από την εμπειρία ενός σώματος που έχει βιώσει την κατακερματισμένη εργασιακή επισφάλεια και το διαρκές multitasking αλλά και ως κοινωνική ανθρωπολόγος που έχει έρθει αντιμέτωπη ερευνητικά με νέες γυναίκες που εργάζονται ως νομάδες και κοιμούνται με τον υπολογιστή στα χέρια σκέφτομαι το επισφαλές εργαζόμενο σώμα αναπόφευκτα ως ένα εξαντλημένο σώμα το οποίο αναγκάζεται να βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Δεν του επιτρέπεται να σταματήσει για να σκεφτεί το παρελθόν ή το μέλλον του. Το 8ωρο, ο ένας τόπος εργασίας, οι συναδέλφισσες, η απεργία, ο σταθερός μισθός, οι άδειες, όλα αυτά είναι έννοιες αποξενωμένες από την εργασιακή πραγματικότητα πολλών ανθρώπων. Σώματα διαρκώς διαθέσιμα, χέρια που γράφουν και σε λίγες ώρες σερβίρουν και τον επόμενο μήνα βάφουν τοίχους, ταξινομούν, καθαρίζουν, ετοιμάζουν ερευνητικές προτάσεις, «χέρια εξουδετερωμένα εργατικά» όπως τραγουδούσε τη δεκαετία του 90 η Λένα Πλάτωνος. Η διαρκής διαθεσιμότητα και η ενοχή για τον κενό χρόνο ως ανεργία και όχι ως ανάπαυλα, σχηματίζουν ένα υποκείμενο που βρίσκεται σε οφειλή».
Ο Θάνος στα 30 του είναι μουσικός, παίζει σε μαγαζιά, διδάσκει, συνθέτει και, παράλληλα, φωτογραφίζει αγώνες, γάμους και βαφτίσεις. Από τα 15 του μέχρι σήμερα εργάζεται ακατάπαυστα και, παράλληλα, σπουδάζει: ξεκίνησε βάζοντας ταπετσαρίες και πατώματα δίπλα στον θείο του όσο ήταν ακόμα μαθητής, δούλεψε σε γαλακτοπωλείο όσο σπούδαζε οπτομετρία, δούλεψε σε eshop και φροντιστήριο αγγλικών. Η κοπελιά του επίσης κάνει την ακροβάτισσα ανάμεσα σε ωδεία, μαθήματα και live. Και, ταυτόχρονα, εξακολουθούν να σπουδάζουν, διεκδικώντας ένα δεύτερο πτυχίο. Ιρλανδία ή Ολλανδία – αυτό είναι το κοινό τους όνειρο να ζήσουν, αφού τελειώσουν τις σπουδές τους εδώ. «Πάντα χρειαζόταν να κάνω και μια δεύτερη δουλίτσα, αλλά τα τελευταία 4 χρόνια έχει ξεφύγει η κατάσταση, δεν βγαίνει με τίποτα ο μήνας με μόνο μια δουλειά. Τώρα δουλεύω καθημερινά ένα 10ωρο και κάθε σαββατοκύριακο- κι είμαστε οριακά οικονομικά, τα χρήματα που βγάζουμε δεν αντιστοιχούν σε καμία περίπτωση στις ώρες εργασίας μας ή στην αμοιβή που θα έπαιρνε κάποιος στο εξωτερικό. Αν ήμασταν εμείς οι δυο μόνο που δεν τα βγάζουμε πέρα ή αν ήμασταν λίγοι ότι στριμωχνόμαστε, θα έλεγα ότι εμείς έχουμε το πρόβλημα, αλλά ο τρόπος που ζούμε είναι πια ο κανόνας για τους ανθρώπους της ηλικίας μας. Οπότε σίγουρα φταίει η πολιτική κατάσταση, η αναξιοκρατία, η διαφθορά που έχει πάει σε άλλα επίπεδα, η κυβέρνηση που δεν λειτουργεί προς όφελος των πολιτών – παίρνει οδηγίες κι εκτελεί και μάλιστα παραπάνω από αυτά που της ζητάνε. Μας κοροιδεύουν κατάμουτρα χωρίς να ντρέπονται καν. Μας έχουν κλέψει την ελπίδα. Δεν υπάρχει νέος, που να μην τα έχει βρει έτοιμα από την οικογένειά του, που δεν θέλει να φύγει για το εξωτερικό ή έστω για την επαρχία.
Τρελαινόμαστε, οι περισσότεροι πλέον έχουν αγχώδη διαταραχή. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος στην ηλικία μου να φτιάξει οικογένεια, τα χρήματα φτάνουν μόνο για να συντηρηθείς – και δουλεύουμε και δεν ζούμε».
Χρέος – αυτή είναι η πολιτική κατηγορία που χρησιμοποιεί η Σεργίδου για να κατανοήσουμε τη θέση της επισφάλειας. «Οι έννοιες του multitasking και της ευελιξίας παρουσιάζουνται ως οι αναγκαίες δεξιότητες για να συνεχίσει το εργαζόμενο άτομο να επιπλέει, δηλαδή να επιβιώνει προκειμένου να πληρώσει το χρέος του», λέει η κοινωνική ανθρωπολόγος μιλώντας για αυτά τα πολλαπλά χρέη που σηκώνουν οι νέοι άνθρωποι. «Το συμβολικό χρέος απέναντι σε μια κοινωνία ή την οικογένεια που το αναγνωρίζει ως ένα άτομο με σπουδές, τις προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής όπου το βάθος του ουρανού είναι «κανονικό» αλλά και ένα υλικό-πραγματικό χρέος που αφορά την διαβίωση και του ατόμου, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας που ήρθε σε αντιμέτωπη με το χρέος της χώρας απέναντι στους δανειστές. Η συρρίκνωση των μισθών, η ακρίβεια, όλες αυτές οι μπανάλ διαπιστώσεις, είναι λόγοι για τους οποίους σήμερα βρισκόμαστε σε μια διαρκή διαθεσιμότητα, ευελιξία και ανθεκτικότητα».
Παρόλα αυτά, για ορισμένους νέους ανθρώπους η πολυαπασχόληση και οι ατέλειωτες ώρες δουλειές δεν είναι καταναγκασμός, αλλά ο δρόμος που εκτιμούν ότι θα οδηγήσει στο όνειρό τους. Όπως η Άννα Μαρία, που στα 25 της εργάζεται ως προγραμματίστρια και, ταυτόχρονα, συνδημιουργεί τη δική της start up, εργαζόμενη στο project κάθε απόγευμα. Και – ουδεμία έκπληξη, δυστυχώς- ονειρεύεται να φύγει από την Ελλάδα. «Ξεκίνησα να δουλεύω στα 19 μου – τώρα δουλεύω καθημερινά ένα 10ωρο και κάποια σαββατοκύριακα. Στην κοινότητα των start up αυτό δεν είναι η εξαίρεση, όλοι δουλεύουν πολύ γιατί έχουν μια φιλοδοξία. Θα ήθελα σε μια δεκαετία να έχω ανεξαρτησία, να έχω φύγει για το εξωτερικό και να έχω γύρω μου ανθρώπους με παρόμοια mind set, να είμαι free lancer και έτσι να ξεφύγω από το ωράριο 9-5 και να δουλεύω από οπουδήποτε θέλω, να ταξιδεύω. Θέλω να έχω ελευθερία».































