Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανήλθε στην εξουσία με σημαία τον «ευρωπαϊσμό». Όμως η εξωτερική πολιτική που ακολούθησε ήταν πιο «ατλαντική» από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Δεξιάς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι με τον Μητσοτάκη η Ελλάδα επέστρεψε στο «δόγμα Παπάγου», δηλαδή στο ρόλο του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης.
Υπήρχε όμως μια διαφορά σε σχέση με το παρελθόν: Το Μαξίμου καλλιέργησε τις σχέσεις του αποκλειστικά με τους Δημοκρατικούς και τη διοίκηση Μπάιντεν, αδιαφορώντας για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Τραμπ, η Ελληνική κυβέρνηση να μην έχει διαύλους επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο. Αυτός ο διπλωματικός πάγος με την υπερδύναμη έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Αθήνα.
Ο πάγος έσπασε
Η χτεσινή επίσκεψη Ζελένσκι στην Αθήνα και οι δύο ενεργειακές συμφωνίες που υπογράφηκαν τις τελευταίες μέρες, σηματοδοτούν το σπάσιμο του πάγου μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανεβαίνει πλέον και επισήμως στο άρμα των γεωπολιτικών σχεδιασμών Τραμπ, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Η πλήρης συμπερίληψη της κυβέρνησης Μητσοτάκη στους σχεδιασμούς Τραμπ έχει τρεις πτυχές:
- Με την επίσκεψη Ζελένσκι στην Αθήνα η κυβέρνηση δεν έστειλε μόνο μήνυμα στήριξης στον Ουκρανό ηγέτη σε μια στιγμή που αυτός βάλλεται λόγω των σκανδάλων διαφθοράς, αλλά επιβεβαίωσε τη θέσης της Ελλάδας στο «σκληρό» μπλοκ των δυνάμεων της Δύσης -όπως είχε συμβεί και με τη Γάζα. Το κοινό ανακοινωθέν των δύο ηγετών υιοθετεί πλήρως τις θέσεις της Ουκρανίας για άμεση κατάπαυση του πυρός και παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στο Κίεβο. Οι πιο παρατηρητικοί θα πρόσεξαν ότι στο ανακοινωθέν δεν γίνεται αναφορά στην εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας -θέση που έχει εγκαταλειφθεί σιωπηλά από τον Ζελένσκι.
Πρέπει να σημειώσουμε πάντως ότι σε ό,τι αφορά την προμήθεια από την Ελλάδα στην Ουκρανία αντιαεροπορικών συστημάτων ρωσικής προέλευσης, το τοπίο είναι θολό. Ο πρωθυπουργός βάζει ως όρο για την παραχώρησή τους στην Ουκρανία, την αντικατάσταση τους από Ισραηλινά συστήματα. Είναι άδηλο ποιο ακριβώς είναι το χρονοδιάγραμμα αυτής της αντικατάστασης.
- Η ενεργειακή συμφωνία της ΔΕΠΑ με την ουκρανική Naftogaz για την προμήθεια της Ουκρανίας με αμερικανικό αέριο μέσω Αλεξανδρούπολης, σε συνδυασμό με τη συμφωνία για Άκτωρα-ΔΕΠΑ-Venture για την εισαγωγή αμερικανικού LNG στην Ευρώπη, καθιστά την Ελλάδα κόμβο στην επιχείρηση των ΗΠΑ να υποκαταστήσουν τη Ρωσία ως ενεργειακός προμηθευτής της ΕΕ. Οι υποδομές που στήνονται, δείχνουν ότι η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με αμερικανικό LNG δεν θα είναι πρόσκαιρη (για όσο διαρκεί ο πόλεμος), αλλά σχεδιάζεται για να γίνει μόνιμη. Μην ξεχνάμε ότι οι business συνιστούν προτεραιότητα για την εξωτερική πολιτική Τραμπ.
- Μέσω της ενεργειακής «εξυπηρέτησης» στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση αναβαθμίζει τη σχέση της με το Λευκό Οίκο. Η δήλωση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου είναι ενδεικτική της της κυβερνητικής αντίληψης: «Η σημερινή συμφωνία δεν είναι μια μεμονωμένη συμφωνία, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης συμφωνίας που υπογράφηκε πριν από μία βδομάδα μεταξύ της αμερικανικής Venture Global και της ελληνικής Atlantic SEE Trade LNG, που είναι μια κοινοπραξία της ΔΕΠΑ και του Άκτωρα. Αυτή η συμφωνία δημιουργεί μια σχέση εμπιστοσύνης και με την Αμερική και με τις χώρες του κάθετου άξονα».
Η νέα «σχέση εμπιστοσύνης» μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον επισφραγίστηκε με την παρουσία της πρέσβειρας των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην υπογραφή της ελληνοουκρανικής συμφωνίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι η αμερικανική εκπροσώπηση έμεινε στο πρεσβευτικό επίπεδο και δεν παρέστη υπουργός, δείχνει και όριο της αναβάθμισης των διμερών σχέσεων.
Ποια είναι τα οφέλη;
Το μεγάλο ερώτημα που τίθεται είναι ποια ακριβώς θα είναι τα οφέλη για την ελληνική πλευρά από τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο για την εισαγωγή στην Ευρώπη του αμερικανικού LNG. H κυβέρνηση προσδοκά να βελτιώσει τη διπλωματική θέση της μέσω της βελτίωσης των σχέσεων με το σύστημα Τραμπ. Επιπλέον, για τη λειτουργία των νέων ενεργειακών δικτύων θα γίνουν κάποιες επενδύσεις στον ελλαδικό χώρο. Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος είναι με την πρόσδεση στο ενεργειακό άρμα των ΗΠΑ, η Ελλάδα και η Ευρώπη δεσμεύονται για τα επόμενα χρόνια ότι θα προμηθεύονται ακριβότερο αέριο, χάνοντας σε ανταγωνιστικότητα. Ο Τραμπ αυξάνει τα κέρδη του και η Ευρώπη τα κόστη της. Επιπλέον, οι νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα δείχνουν ότι η πράσινη μετάβαση επιβραδύνεται, σε μια στιγμή που η κλιματική κρίση οξύνεται. Κατά συνέπεια, δεν μοιάζουν πολύ δικαιολογημένοι οι πανηγυρισμοί για τον… ατλαντικό ενεργειακό προσανατολισμό της χώρας.























